Παθήσεις Μήτρας

Υπερπλασία ενδομητρίου

Υπερπλασία ονομάζεται η παχυνση του ενδομητρίου (του εσωτερικού χιτώνα της μήτρας).
Η υπερπλασία προκαλεί συνήθως παθολογικές αιμορραγίες μήτρας όπως:
  • παρατεταμένη περίοδο
  • αιμορραγία με την περίοδο
  • αίμα μετά τη σεξουαλική επαφή
  • ανώμαλη αιμορραγία στη μέση του κύκλου
  • αίμα μετά την εμμηνόπαυση κλπ.
Κάποιες φορές, η αιμορραγία συνοδεύεται από αναιμία και έλλειψη σιδήρου.
Η διάγνωση γίνεται με μεγάλη αξιοπιστία με το διακολπικό υπερηχογράφημα όπου ανευρίσκεται πεπαχυμένο ενδομήτριο. Συχνά, με την υπερπλασία συνυπάρχουν και πολυποδες
Τα αίτια της υπερπλασίας μπορεί να είναι ορμονικά ή οργανικά.

Ινομυώματα

Τα ινομυώματα (ή λειομυώματα) αποτελούν καλοήθεις όγκους που εντοπίζονται στον μυικό χιτώνα του τοιχώματος της μήτρας (μυομήτριο). Απαρτίζονται από διογκωμένες λείες μυικές ίνες και ινώδη συνδετικό ιστό. Εμφανίζονται ιστολογικά ως διακριτές στρογγυλές μάζες, άσπρες ή στο χρώμα του δέρματος, που διαχωρίζονται σαφώς από τον γύρω ιστό της μήτρας. Μπορούν να βρίσκονται μέσα στο σώμα της μήτρας, στην εξωτερική της επιφάνεια, στον τράχηλο ή να κρέμονται από έναν μίσχο.
 
Η διάμετρός τους μπορεί να είναι μικρότερη από ένα εκατοστό, οπότε και ονομάζονται πυρήνες ινομυωμάτων, συνήθως όμως κυμαίνεται από ένα μέχρι και 15 εκατοστά, ενώ το βάρος τους κυμαίνεται μεταξύ μερικών γραμμαρίων έως και κάποιων κιλών σε ακραίες περιπτώσεις πολλαπλών ινομυωμάτων. Σε περίπτωση που πρόκειται για μεγάλου μεγέθους ινομυώματα, πολλές φορές μπορούν να ψηλαφηθούν ακόμη και από την ίδια την ασθενή μέσω του κοιλιακού τοιχώματος.
 
Τα ινομυώματα, ειδικά πριν την ανάπτυξή τους, μπορεί να μην προκαλούν συμπτώματα και πολλές φορές να ανακαλύπτονται τυχαία κατά τη γυναικολογική εξέταση. Η βαρύτητα των συμπτωμάτων όταν εμφανιστούν εξαρτάται από τη θέση και το μέγεθος της βλάβης. Το συνηθέστερο σύμπτωμα είναι η αυξημένη απώλεια αίματος κατά τη διάρκεια της περιόδου. Άλλα πιθανά συμπτώματα είναι ο πόνος κατά την περίοδο ή τη σεξουαλική επαφή, καθώς και μια βαθιά ενόχληση ή αίσθημα βάρους στο κάτω μέρος της κοιλιάς και της πλάτης. Σε ορισμένες περιπτώσεις αν το ινομύωμα είναι πολύ μεγάλο, μπορεί να προκαλέσει συχνουρία ή δυσκοιλιότητα. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης τα ινομυώματα συχνά γίνονται αιτία αποβολής, αιμορραγίας ή πρόωρου τοκετού.

Τα ινομυώματα μπορεί να επηρεάσουν τη γονιμότητα της γυναίκας με τους πιο κάτω μηχανισμούς:

  • παραμόρφωσης ανατομίας
  • μηχανικό εμπόδιο στη σύλληψη
  • πρόκληση αποβολής
Το μέγεθος και η εντόπιση αποτελούν τους κυριότερους παράγοντες που καθορίζουν εάν ένα ινομύωμα μπορεί να οδηγήσει σε συμπτώματα και προβλήματα. Ένα μικρό λειομύωμα μπορεί να προκαλέσει διάφορα συμπτώματα αν εντοπιστεί εντός της κοιλότητας της μήτρας, ενώ ένα μεγαλύτερο που όμως βρίσκεται στο εξωτερικό της μήτρας μπορεί να μην προκαλέσει καμία ενόχληση. Διακρίνονται 3 κατηγορίες ινομυωμάτων ανάλογα με την εντόπισή τους στο τοίχωμα της μήτρας (με κατεύθυνση από το εξωτερικό προς το εσωτερικό): τα υποορογόνια, τα ενδοτοιχωματικά και τα υποβλεννογόνια.
    Υποορογόνια: Αναπτύσσονται κάτω από το εξωτερικό τοίχωμα της μήτρας (ορογόνος χιτώνας) και αναπτύσσονται με κατεύθυνση προς την κοιλιά. Καθώς μεγαλώνουν σχηματίζουν ένα εξόγκωμα, το οποίο αν διογκωθεί αρκετά, μπορεί να πιέσει γειτονικά όργανα στο εσωτερικό της πυέλου, όπως η ουροδόχος κύστη και το έντερο, προκαλώντας πόνο, συχνοουρία ή δυσκοιλιότητα αντίστοιχα.
    Ενδοτοιχωματικά: Εντοπίζονται στο εσωτερικό του τοιχώματος της μήτρας (μυικός χιτώνας) και ,καθώς αναπτύσσονται, αυξάνουν και το μέγεθος ολόκληρου του οργάνου. Είναι τα πιο κοινά και σε υπέρμετρη ανάπτυξή τους ενδεχομένως να προκαλέσουν αίσθημα πόνου και πίεσης στην περιοχή της πυέλου και της κατώτερης σπονδυλικής στήλης, όπως και μεγαλύτερη ροή αίματος κατά την έμμηνο ρύση.
    Υποβλεννογόνια: Αναπτύσσονται κάτω από το εσωτερικό τοίχωμα της μήτρας (βλεννογόνος χιτώνας), εντός του ενδομητρίου. Εντοπίζονται λιγότερο συχνά από τα υπόλοιπα, αλλά είναι αυτά που προκαλούν τα περισσότερα και σοβαρότερα προβλήματα, όπως αιμορραγία, υπογονιμότητα και διαταραχές κατά την κύηση.
Επιπλέον, είναι δυνατόν να εντοπιστούν μισχωτά ινομυώματα, τα οποία συνδέονται με τη μήτρα με έναν λεπτό μίσχο και ενδοσυνδεσμικά ινομυώματα, τα οποία εντοπίζονται στους συνδέσμους της μήτρας. Τα ινομυώματα μπορεί να εμφανιστούν ξεχωριστά ή σε ομάδες. Τα περισσότερα αρχικά εντοπίζονται ενδοτοιχωματικά και μετέπειτα μπορεί να αναπτυχθούν είτε προς το εσωτερικό είτε προς το εξωτερικό της μήτρας. Δευτερεύουσες μεταβολές που μπορούν να αναπτυχθούν εντός των ινομυωμάτων είναι αιμορραγίες, νεκρώσεις του ιστού, ασβεστοποιήσεις και κυστικές μεταβολές.

Η Ομοιοπαθητική μπορει να βοηθήσει σημαντικα στην υπερπλασια του ενδομητρίου ,αλλα και στα ινομυώματα ,ιδιαίτερα όταν αυτά δεν εχουν ξεπεράσει το συνηθες μέγεθος.