Οστεοπόρωση
Η Οστεοπόρωση θεραπεύεται συχνά  με Ομοιοπαθητική.Μια από τις συχνές θεραπευτικές εφαρμογές της Oμοιοπαθητικής είναι η ρύθμιση της Οστικής Πυκνότητας  για τη θεραπεία της Οστεοπόρωσης χωρίς τις παρενέργειες των συμβατικών φαρμάκων.Η Ομοιοπαθητική  Φαρμακολογία περιλαμβάνει πολλά εξειδικευμένης δράσης ομοιοπαθητικά φάρμακα για τη θεραπεία της Οστεοπόρωσης. Η κλινικά και ολιστικά εφαρμοσμένη Ομοιοπαθητική, που απευθύνεται τόσο στον ασθενή όσο και σε αυτή την ίδια την πάθηση, είναι από τις αποτελεσματικότερες μεθόδους που βοηθούν  να  ρυθμισθεί η Οστική Πυκνότητα και να εμποδισθεί  η εξέλιξη των προβλήμάτων που σχετίζονται με αυτήν. Η ομοιοπαθητική θεραπευτική εμπειρία έχει δείξει ότι ένας μεγάλος αριθμός ασθενών θεραπεύεται οριστικά με τα ομοιοπαθητικά φάρμακα.Τα ομοιοπαθητικά φάρμακα που συνταγογραφούνται  απευθυνονται σε όλους τους παράγοντες που είναι υπεύθυνοι για την οστικη πυκνότητα  σε ένα συγκεκριμμένο άτομο.Η επιλογή των κατάλληλων ομοιοπαθητικών φαρμάκων, τα οποία συνταγογραφούνται, γίνεται μετα από κατάλληλη λήψη και αναλυση του ομοιοπαθητικού ιστορικού και μελέτη των εργαστηριακών εξετάσεων. Ο Δρ Τάσος Βαρθολομαίος έχει μακρόχρονη κλινική εμπειρία  στην Ομοιοπαθητική θεραπεία της Οστεοπόρωσης, συνδυάζοντας αρμονικά την κλασσική ολιστική θεραπευτική με τη σύγχρονη ιατρική γνώση.


Η οστεοπόρωση βασικά προκαλείται από τη διαταραχή στην ισορροπία ανάμεσα στην οστεοπαραγωγή και την οστική αποδόμηση που συνεχίζεται δια βίου στον ανθρώπινο σκελετό. Φυσιολογικά η οστική μάζα (πυκνότητα) αυξάνεται προοδευτικά όσο ο σκελετός αναπτύσσεται και εξακολουθεί να αυξάνεται μέχρι την ηλικία των 35 περίπου ετών, οπότε φθάνει στο μέγιστο επίπεδο. Μετά την ηλικία των 35 περίπου ετών αρχίζει βαθμιαία απώλεια οστικής μάζας που αποτελεί φυσιολογικό φαινόμενο και συνεχίζεται με διακυμάνσεις σε όλη την υπόλοιπη ζωή.

   Διάχυτοι, επίμονοι, ήπιας έντασης πόνοι στην πλάτη (ραχιαλγία), ιδιαίτερα σε γυναίκες άνω των 45 ετών, ή στην οσφυική χώρα (οσφυαλγία) αποτελούν τις πρώτες κλινικές εκδηλώσεις. Συχνά εκλαμβάνονται ως δήθεν "ψύξη" και δεν γίνεται διάγνωση.

    Μερικές φορές μεσολαβούν οξέα επώδυνα επεισόδια που οφείλονται σε μικροδοκιδικά κατάγματα ιδίως στους θωρακικούς σπονδύλους. Ο πόνος σ' αυτές τις περιπτώσεις επεκτείνεται ζωστηροειδώς θωρακικά κατά μήκος των πλευρών, δεν βελτιώνεται με την κατάκλιση και υποχωρεί μετά 3-4 εβδομάδες. Έρευνες στις Η.Π.Α. έδειξαν ότι η οστεοπόρωση είναι υπεύθυνη για την οσφυαλγία στο 15% των ατόμων ηλικίας άνω των 50 ετών και στο 50% εκείνων που πέρασαν τα 75. Καθώς η πάθηση προχωρεί, οι κινήσεις της ΣΣ περιορίζονται σε μεγάλο βαθμό και είναι επώδυνες.
 
Αρκετά συχνά σε μεγάλης ηλικίας άτομα παρατηρείται προοδευτική παραμόρφωση της ΣΣ σε κάμψη (χαρακτηριστική κύφωση). Πολλές φορές αιφνίδιος πόνος στη θωρακική ή οσφυϊκή μοίρα της ΣΣ, κατά τη διάρκεια μιας φυσιολογικής κίνησης ή άρσης μικρού βάρους, αποτελεί την πρώτη κλινική εκδήλωση, που οδηγεί σε έλεγχο και διάγνωση της πάθησης με την αποκάλυψη ενός συμπιεστικού κατάγματος. Εκτός από τα κατάγματα της ΣΣ η οστεοπόρωση είναι αιτία, στο μεγαλύτερο ποσοστό (70%), των διατροχαντηρίων καταγμάτων και εκείνων του αυχένος του μηριαίου, καθώς και των καταγμάτων του περιφερικού άκρου της κερκίδας ή του κεντρικού άκρου του βραχιονίου. Δεν πρέπει όμως να λησμονείται ότι σημαντικό ρόλο στην πρόκληση αυτών των καταγμάτων παίζουν οι συχνές πτώσεις στα ηλικιωμένα άτομα, λόγω της διαταραχής της ισορροπίας και της μυϊκής ασυνέργειας.
 
Τα αίτια της οστεοπόρωσης είναι συχνά η ένδεια ή η έλλειψη οιστρογόνων στην γυναίκα, όπως αυτή εκφράζεται μετά την εμμηνόπαυση και γι’ αυτό χαρακτηρίζεται και ως μετεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση. Η περίοδος αυτή  χαρακτηρίζεται από την ταχεία και μεγάλη απώλεια οστού χωρίς να προλαβαίνει η διαδικασία του επανασχηματισμού του να το αποκαθιστά. Στον αντίποδα της είναι η γεροντική οστεοπόρωση που αναφέρεται στην τρίτη ηλικία και αφορά κυρίως πάλι γυναίκες αλλά και άνδρες. Η μεγάλη διαφορά από την προηγούμενη συνθήκη είναι ότι  παρότι το κόκαλο καταστρέφεται με αργούς ρυθμούς εν τούτοις η διαδικασία αποκατάστασης λειτουργεί και αυτή ακόμη πιο αργά  με αποτέλεσμα  η οστική απώλεια να μην μπορεί να αποκατασταθεί.

Η Ομοιοπαθητική μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στην Πρόληψη και στη Θεραπεία της Οστεοπόρωσης.