Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.grr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr

ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ-ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ

Παθήσεις και Ομοιοπαθητική

Ποιά είναι η Λογική της Θεραπείας των Χρόνιων Παθήσεων

και πως η κλινικά προσανατολισμένη Ομοιοπαθητική-Ολιστική Ιατρική

ακολουθεί και εφαρμόζει αυτη την Κλασσική  Ιατρική Αντίληψη:

 

Η προσέγγιση της Ομοιοπαθητικής είναι πάντοτε Πληροφορική,δηλαδη το ομοιοπαθητικό φάρμακο δίνει πληροφορία, γνωστικό υλικό που διδάσκει ,στον Αμυντικό Μηχανισμο,ο οποιος είναι το Εργαλείο του Σώματος με το οποίο συντελουνται όλοι οι Ομοιοστατικοι, ουσιαστικά οι Αυτοθεραπευτικοί Μηχανισμοί.Ο άμεσος στόχος των Αυτοθεραπευτικών Μηχανισμών είναι η αποκατάσταση της Φυσικής Ενεργειακής Οικονομίας σε μια περιοχή του σώματος ή και σε ολόκληρο τον Οργανισμό.

Η αποκατασταση της Φυσικής Ενεργειακής Οικονομίας σε μιά περιοχή ή όργανο του σώματος σημαίνει αποκατάσταση της φυσιολογικής λειτουργίας και της φυσιολογικής δομής,δηλαδη επάνοδο στην Υγεία,στο Restitutio at Integrum,που είναι το κύριο ζητούμενο της Κλασσικής Παθολογίας.

περισσότερα more

Προβλήματα Υγείας

Η   Ομοιοπαθητικη  μπορεί  να βοηθήσει σημαντικά σε προβληματα Υγείας Γυναικών- Ανδρων- Παιδιων και Ηλικιωμενων

στις Γυναικες:

Διαταραχες περιοδου, Χρ Κολπιτιδες/ τραχηλιτιδες, ουρολοιμωξεις, πολυκυστικες ή ανεπαρκεις ωοθήκες,  Υπογονιμότητα

 

στους Ανδρες Xρονια προστατιτιδα, Ουρολοιμωξεις,

προβληματα στυσης και εκσπερματισης,Υπογονιμότητα

 

 

 

στα Παιδια  Αναπτυξιολογικές και Παιδονευρολογικες διαταραχες

   Βρογχικο άσθμα και Αλλεργικές Παθήσεις

 

 

           στους Ηλικιωμενους

  Kινητικές και Νοητικές Δυσλειτουργίες, προβλήματα Κυκλοφορικά-Αγγειακά.

περισσότερα more


Ιπποκρατική Ιατρική, Ομοιοπαθητική, Σύγχρονη Ιατρική
Παθήσεις /

EΞΩΣΩΜΑΤΙΚΗ KAI OMOIOΠΑΘΗΤΙΚΗ

Κέντρο Ομοιοπαθητικής-Ολιστικής Ιατρικής Θεσσαλονίκης

OMOIOΠΑΘΗΤΙΚΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΥΓΕΙΑΣ

Δρ Τάσος Βαρθολομαίος,ΜD,PhD,MFHom,MHMA

Iατρος- Ομοιοπαθητικός

 ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΥΠΟΒΟΗΘΟΥΜΕΝΗ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ

 

Υποβοηθούμενη αναπαραγωγή δεν σημαίνει κατ' ανάγκη και εξωσωματική γονιμοποίηση. Yπαρχουν τρία επίπεδα υποβοήθησης: απλή πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας και προγραμματισμός σεξουαλικής επαφής, πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας και συνδυασμός της με σπερματέγχυση, και τέλος εφαρμογή μεθόδων εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Η Κλασσική Κλινική Ομοιοπαθητική μπορεί να βοηθήσει σημαντικά, σε όλες τις διαδικασίες,δεδομένου ότι μπορεί να επικεντρωθεί εξειδικευμένα στις δομές και λειτουργίες που υπεισέρχονται στη γονιμοποίηση ,στην εμφύτευση και αναπτυξη του εμβρύου.

 

Η Κλινική Ομοιοπαθητική Φαρμακολόγία είναι πλούσια και διαθέτει πολλά ομοιοπαθητικά "φάρμακα"  με εκλεκτική δράση στο όργανο ή τμήμα οργανου ή που επιθυμούμε,  όπως για  παραδειγμα το ενδομήτριο, το μυομήτριο, το ωοθυλάκιο, το ωχρο σωμάτιο,τις σάλπιγγες, τον άξονα υπόφυσης-ωοθήκης,την παραγωγή οιστρογόνων, προγεστερόνης, FSH, LH,  προλακτινης,   θυροξινης, κτλ.Η εκλεκτική αυτη δράση σε λειτουργικές διαδικασίες μπορει περαιτερω να απευθύνεται ,με καταλληλες δυναμοποιησεις, ενισχυτικά ή ρυθμιστικά ή ανασταλτικά,στις διαδικασίες αυτές ανάλογα με το επιθυμητο και ενδεικνυόμενο αποτέλεσμα.

 

Παραλληλα η Ομοιοπαθητική συντονίζει τις σχετιζόμενες με τη γονιμοποίηση,κτλ λειτουργίες με την οικονομία όλου του οργανισμού σε όλα τα επίπεδα,το οργανικο(φυσιολογια οργανων και οργανικών συστημάτων),το νοητικό και το συναισθηματικο(ψυχοσωματικες διαδικασίες).Σε καθε περίπτωση υπογονιμότητας, η Κλινική Ομοιοπαθητική αγωγή συνιστα μια απολύτως Εξατομικευμένη προσέγγιση, που αφορά ειδικά το καθε ένα συγκεκριμμένο ζευγάρι και δαιμορφώνεται με βάση το λεπτομερές Ιατρικό και Ομοιοπαθητικό Ιστορικό.

 

Η Κλασσική  Κλινική Ομοιοπαθητική, όπως εφαρμόζεται στην "Ομοιοπαθητική Φροντίδα Υγείας, συντονίζεται απολύτως με τις διαδικασίες που ακολουθούνται στην εκαστοτε εφαρμοζομενη μέθοδο Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής σε καθε ένα ζευγάρι,τις οποίες επιδιώκει να υποστηρίξει στο μέγιστο δυνατό βαθμό, ενω παραλληλα να περιορίσει τις όποιες τυχόν παρενέργειες που μπορεί να εκδηλωθούν είτε άμεσα είτε αργότερα.

 

Η πρόκληση της ωοθυλακιορρηξίας αποτελεί μια μέθοδο υποβοήθησης η οποία εφαρμόζεται όταν το αίτιο της υπογονιμότητας εντοπίζεται στην αδυναμία της γυναίκας να απελευθερώνει ωάρια κάθε μήνα ,όπως στο σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών.Η φαρμακευτική ουσία που συνήθως χρησιμοποιείται ως πρώτη επιλογή για την πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας είναι η κιτρική κλομιφένη η οποία προκαλεί μια ήπια διέγερση των ωοθηκών. Η ουσία αυτή χορηγείται από το στόμα, τα οποία η γυναίκα τα παίρνει για 5 συνεχόμενες ημέρες στην αρχή του κύκλου της (συνήθως από την 2η ή 3η ημέρα έως και την 6η ή 7η ημέρα). Λίγες ημέρες μετά η γυναίκα αρχίζει να υποβάλλεται σε διαδοχικό υπερηχογραφικό έλεγχο όπου παρακολουθείται η ανάπτυξη του ή των ωοθυλακίων στις ωοθήκες της και εκτιμάται το πάχος του ενδομητρίου. Στη συνέχεια, όταν τα ωοθυλάκια έχουν φθάσει σε ικανοποιητικό μέγεθος, η ημέρα της επερχόμενης ωοθυλακιορρηξίας μπορεί ειτε να προβλεφθεί με την διαπίστωση μιας αιφνίδιας αύξησης των επιπέδων της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH) στο αίμα είτε να οριστικοποιηθεί με την χορήγηση χοριακής γοναδοτροπίνης υπό μορφή ενέσεως η οποία προκαλεί την τελική ωρίμανση των ωοθυλακίων και την ωοθυλακιορρηξία. Στην συνέχεια το ζευγάρι καθοδηγείται να έχει σεξουαλική επαφή κατά την προβλεπόμενη ημέρα ωοθυλακιορρηξίας. Εάν η ωοθηκική ανταπόκριση είναι υπερβολική με μια συγκεκριμένη δόση κλομιφένης, αναπτυχθούν δηλαδή πολλά ωοθυλάκια, η σεξουαλική επαφή κατά τις πιο γονιμες μέρες αποθαρρύνεται για πρόληψη μιας πολυδύμης κύησης  και η δόση ελαττώνεται στον επόμενο κύκλο.

 

Ένας άλλος τρόπος διέγερσης των ωοθηκών για πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας, είναι η χορήγηση φαρμακευτικών ουσιών που λέγονται γοναδοτροπίνες (θυλακιοτρόπος ορμόνη-FSH, ωχρινοτρόπος ορμόνη-LH).Η διέγερση με την μέθοδο αυτή εφαρμόζεται κυριως σε γυναίκες στις οποίες η πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας με κλομιφένη δεν οδήγησε σε ικανοποιητικά αποτελέσματα η είχε σημαντικές παρενέργειες. Οι γοναδοτροπίνες χορηγούνται από την 2η συνήθως μέρα του κύκλου.Οι ενέσεις συνεχίζονται για πέντε ημέρες ή μέχρι να προσδιορισθεί η ημέρα της ωοθυλακιορρηξίας (με μέτρηση LH ή χορήγηση χοριακής γοναδοτροπίνης) Οταν χρησιμοποιούνται οι γοναδοτροπίνες για πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας, η παρακολούθηση της γυναίκας με διαδοχικά υπερηχογραφήματα και μέτρηση των οιστρογόνων στο αίμα θα πρέπει να είναι συχνή ώστε να αποφευχθούν κίνδυνοι που προκύπτουν από την υπερβολική ανταπόκριση των ωοθηκών,όπως στο σύνδρομο υπερδιέγερσης ωοθηκών .

 

Η σπερματέγχυση αποτελεί μια αρκετά συχνά εφαρμοζόμενη μέθοδο υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, κατά την οποία γίνεται τοποθέτηση του σπέρματος στην μήτρα της γυναίκας. Η μέθοδος αυτή υιοθετείται ως πρώτη γραμμή αντιμετώπισης σε ζευγάρια όπου το σπέρμα παρουσιάζει ήπιες/μέτριες διαταραχές, ή όπου η υπογονιμότητα χαρακτηρίζεται ως ανεξήγητη. Αλλες ενδείξεις επιλογής της μεθόδου είναι η υπόνοια τραχηλικού παράγοντα υπογονιμότητας , καθώς και οι περιπτώσεις αζωοοσπερμίας οπότε και επιλέγεται η χρησιμοποίηση σπέρματος δότη.

 

Η σπερματέγχυση, αν και μπορεί να πραγματοποιηθεί στον φυσικό κύκλο της γυναίκας , συνήθως συνδυάζεται για καλύτερα αποτελέσματα με ήπια διέγερση ωοθηκών και πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας.Στην προβλεπόμενη ή προγραμματισμένη ημέρα της ωοθυλακιορρηξίας, ο σύζυγος δίνει σπέρμα το οποίο μετα ειδική επεξεργασία τοποθετείται στην ενδομητρική κοιλότητα.Οι πιθανότητες κύησης έπειτα από σπερματέγχυση δεν ξεπερνούν στην καλύτερη περίπτωση το 18-20%.Αν μετά από σπερματεγχύσεις δεν επιτευχθεί κύηση, συνηθως συνιστάται εφαρμογή εξωσωματικής γονιμοποίησης.

 

Η εξωσωματική γονιμοποίηση αποτελεί μέθοδο υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, στην οποία η γονιμοποίηση και τα πρώτα βήματα της ανάπτυξης του γονιμοποιημένου ωαρίου πραγματοποιούνται έξω από το γεννητικό σύστημα της γυναίκας, στο εμβρυολογικό εργαστήριο.Υποψήφιες για εξωσωματική γονιμοποίηση περιπτωσεις  είναι αυτές στις οποίες οι σάλπιγγες της γυναίκας είναι φραγμένες ή καταστραμμένες, το σπέρμα του άνδρα παρουσιάζει σοβαρές διαταραχές, η εφαρμογή πιο ήπιων μεθόδων υποβοηθούμενης αναπαραγωγής απέτυχε  η ηλικία της γυναίκας είναι προχωρημένη. Για να αυξηθεί η αποδοτικότητα της εξωσωματικής γονιμοποίησης ως μεθόδου, επιδιώκεται να υπαρχουν περισσότερα από ένα ωάρια της γυναίκας σε κάθε προσπάθεια ,ώστε  να αναπτυχθούν και κάποια πλεονάζοντα έμβρυα τα οποία θα καταψυχθούν ώστε να χρησιμοποιηθούν σε αποτυχία.Από την ημέρα της ωοληψίας η γυναίκα ξεκινάει κατάλληλη υποστηρικτική αγωγή κυριως με προγεστερόνης ,που αποσκοπεί στην προετοιμασία του ενδομητρίου ώστε να δεχθεί το γονιμοποιημένο ωάριο και να επιτευχθεί η κύηση.

   

 Μετά την συλλογή των ωαρίων και του σπέρματος, ακολουθεί την ίδια ημέρα η γονιμοποίηση. Την επομένη ημέρα, ελέγχεται η επιτυχία της γονιμοποίησης (πόσα, δηλαδή, έμβρυα υπάρχουν) και οργανώνεται η ημέρα της εμβρυομεταφοράς.     Η εμβρυομεταφορά, η τοποθέτηση δηλαδή των γονιμοποιημένων ωαρίων που προέκυψαν από την εξωσωματική γονιμοποίηση στην μήτρα της γυναίκας, πραγματοποιείται συνήθως την 2η ή 3η ημέρα μετά την ωοληψία. Από τα διαθέσιμα έμβρυα επιλέγονται εκείνα που με βάση κάποια μορφολογικά κριτήρια χαρακτηρίζονται ως τα καλύτερα.Η τεκμηρίωση της εγκυμοσύνης γίνεται με μέτρηση των επιπέδων της β-χοριακής γοναδοτροπίνης στο αίμα (και όχι με τεστ κύησης ούρων) κατά την 14η ημέρα μετά την εμβρυομεταφορά.

 

Η    Μικρογονιμοποιήση - ICSI (μικρογονιμοποίηση, intracytoplasmic sperm injection) εφαρμόζεται  όταν το σπέρμα έχει σοβαρές διαταραχές, με συνέπεια τα σπερματοζωάρια ίσως να μην μπορέσουν να γονιμοποιήσουν τα ωάρια στην εξωσωματική καλλιέργεια.

 

Συνοπτικά η  αντιμετώπιση των πλέον συνήθων περιπτώσεων  υπογονιμότητας είναι η εξης:

  • ο άνδρας παρουσιάζει σοβαρές διαταραχές στο σπέρμα (σοβαρή ολιγοσπερμία ή και ασθενοσπερμία): εφαρμογή εξωσωματικής γονιμοποίησης
  • ο άνδρας παρουσιάζει αζωοσπερμία (απουσία σπερματοζωαρίων στο σπέρμα): ενδείκνυται η χρησιμοποίηση σπέρματος δότη που εισάγεται στην μήτρα της γυναίκας (ετερόλογος σπερματέγχυση)
  • ο άνδρας παρουσιάζει ήπια ή μέτρια διαταραχή στο σπέρμα του: εφαρμογή ομόλογης σπερματέγχυσης, δηλαδή εισαγωγή του σπέρματος έπειτα από κάτάλληλη επεξεργασία στην μήτρα της γυναίκας. Επί αποτυχίας 3-4 προσπαθειών σπερματέγχυσης, ενδείκνυται η εφαρμογή εξωσωματικής γονιμοποίησης.
  • η γυναίκα παρουσιάζει απόφραξη και των δύο σαλπίγγων: εφαρμογή εξωσωματικής γονιμοποίησης.
  • η γυναίκα παρουσιάζει διαταραχές της ωοθυλακιορρηξίας: συνιστάται η φαρμακευτική πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας, η οποία συνδυάζεται με προγραμματισμένη σεξουαλική επαφή ή διενέργεια σπερματέγχυσης.
  • η γυναίκα παρουσιάζει κλινικά σημεία ενδομητρίωσης: συνιστάται η διαγνωστική ή/και επεμβατική λαπαροσκόπηση κατά την οποία επιχειρείται να αντιμετωπισθεί κατά το δυνατόν η πάθηση. Ακολούθως, ανάλογα με την περίπτωση συνιστάται η προσπάθεια φυσικής σύλληψης (έπειτα από συμπληρωματική φαρμακευτική αγωγή ή όχι), η υποβοήθηση με διενέργεια σπερματεγχύσεων ή η εφαρμογή εξωσωματικής γονιμοποίησης
  •  η γυναίκα παρουσιάζει ευμεγέθεις ενδομητρικούς πολύποδες, υποβλεννογόνια ινομυώματα ή διαφράγματα της μήτρας: συνιστάται η αντιμετώπισή τους με την τεχνική της υστεροσκόπησης. Ακολούθως, ανάλογα με την περίπτωση συνιστάται η προσπάθεια φυσικής σύλληψης ή η ταχύτερη εφαρμογή κάποιας μεθόδου υποβοήθησης..
  •  ο πλήρης έλεγχος παραγόντων υπογονιμότητας δεν αποδεικνύει την παρουσία κάποιου συγκεκριμένου αιτίου (υπογονιμότητα ανεξήγητης αιτιολογίας): συνιστάται σε πρώτη φάση η διενέργεια σπερματεγχύσεων. Επειτα από 3-4 αποτυχημένες προσπάθειες συνιστάται εξωσωματική γονιμοποίηση

 

Η διερεύνηση κάθε ζευγαριού που παρουσιάζει πρόβλημα γονιμότητας, απαιτεί μεθοδικό και συστηματικό έλεγχο

 

 

 

Διαγνωστικός έλεγχος του άνδρα

Η βασική εξέταση για την αναζήτηση ανδρικού παράγοντα υπογονιμότητας είναι η εξέταση του σπέρματος (σπερμοδιάγραμμα) που συνιστάται να πραγματοποιείται μετά αποχή 3 ημερών από σεξουαλική πράξη,.Η γενική εξέταση του σπέρματος μας δίνει πληροφορίες για τον όγκο του, την οξύτητά του, τον αριθμό, την μορφολογία και την κινητικότητα των σπερματοζωαρίων, την ύπαρξη φλεγμονωδών κυττάρων,κ.α. Σε υποψία φλεγμονής ακολουθεί καλλιέργεια του σπέρματος, ενώ σε υπόνοια ύπαρξης αντισπερμικών αντισωμάτων ακολουθεί η εκτέλεση ειδικών εξετάσεων για τον προσδιορισμό τους. Επι υποψίας κιρσοκήλης, πραγματοποιείται υπερηχογραφικός έλεγχος του οσχέου.Επί υποψίας ενδοκρινολογικού προβλήματος, πραγματοποιούνται οι ορμονολογικές εξετάσεις (μετρήσεις τεστοστερόνης, FSH, LH, κλπ). Τέλος, επί σοβαρής ολιγοσπερμίας ή αζωοσπερμίας θα πρέπει να γίνεται έλεγχος των χρωμοσωμάτων (καρυότυπος) .

 

Διαγνωστικός έλεγχος της γυναίκας

Η υστεροσαλπιγγογραφία (ΥΣΓ) αποτελεί μια εξέταση που πρέπει να πραγματοποιείται σε όλες τις γυναίκες πριν την εισαγωγή τους σε οποιοδήποτε πρόγραμμα υποβοηθούμενης αναπαραγωγής διότι παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για την κατάσταση της κοιλότητας της μήτρας και των σαλπίγγων. Κατά την ΥΣΓ, που πρέπει να γίνεται 3-6 ημέρες μετά το τέλος της περιόδου, προωθείται σκιαγραφικό υγρό δια μέσου του τραχήλου της μήτρας, και ακολούθως λαμβάνονται ακτινογραφίες σε διάφορα στάδια ώστε να διαπιστωθεί η ευχερής ή μη διάβαση του υγρού δια των σαλπίγγων εντός της πυέλου. Με αυτόν τον τρόπο ελέγχεται η ύπαρξη ανωμαλιών της κοιλότητας της μήτρας, όπως είναι τα διαφράγματα, τα υποβλεννογόνια ινομυώματα ή οι συμφύσεις, καθώς και η ύπαρξη ανωμαλιών των σαλπίγγων, όπως διάταση ή απόφραξη του αυλού τους. Θα πρέπει να τονισθεί πως ακόμα και αν έχει αποφασισθεί η εφαρμογή εξωσωματικής γονιμοποίησης για κάποιο ζευγάρι, η ΥΣΓ θα πρέπει και πάλι να γίνεται αφού για παράδειγμα, η ύπαρξη υδροσαλπίγγων επηρεάζει αρνητικά τα αποτελέσματα της προσπάθειας και συνιστάται η αφαίρεσή τους πριν την έναρξή της.

 

Το υπερηχογράφημα αποτελεί μια ακίνδυνη απεικονιστική μέθοδο, που μπορεί να γίνει είτε διαμέσου των κοιλιακών τοιχωμάτων (διακοιλιακό υπερηχογράφημα) είτε διαμέσου του κόλπου (διακολπικό υπερηχογράφημα) .Με την μέθοδο αυτήν είναι δυνατόν να διαπιστωθούν παρεκκλίσεις από την φυσιολογική ανατομία της περιοχής, όπως κύστεις ωοθηκών, υδροσάλπιγγες, ινομυώματα μήτρας, πολύποδες ενδομητρίου κλπ.

 

Για την διερεύνηση ωοθυλακιορρηξίας, υπάρχουν διάφοροι τρόποι.Από το ιστορικό και μόνο της γυναίκας, εάν οι κύκλοι της είναι σταθεροί κάθε μήνα, με διάρκεια από 25 έως 34 ημέρες, το πιθανότερο είναι να μην υπάρχει κανένα πρόβλημα ωοθυλακιορρηξίας. Μια απλή και παραδοσιακή μέθοδος για την τεκμηρίωση της ωοθυλακιορρηξίας, είναι η μέτρηση της θερμοκρασίας του σώματος με ένα κοινό θερμόμετρο, κάθε πρωί, πριν η γυναίκα σηκωθεί από το κρεβάτι. Μια ημέρα μετά την ωοθυλακιορρηξία, εφόσον αυτή πραγματοποιηθεί, παρατηρείται μια αύξηση της θερμοκρασίας κατά λίγα δέκατα, που παραμένει έως την έναρξη της επόμενης περιόδου. Η μέτρηση της προγεστερόνης κατά την 21η συνήθως ημέρα του κύκλου δείχνει αυξημένες τιμές της ορμόνης αυτής εφόσον έχει προηγηθεί ωοθυλακιορρηξία. Επίσης, η διαδοχική μέτρηση μιας άλλης ορμόνης (της ωχρινοτρόπου ορμόνης, LH) στο αίμα ή τα ούρα της γυναίκας αποκαλύπτει αυξημένες τιμές της μερικές ώρες πριν από την ωοθυλακιορρηξία. Τέλος, με διαδοχικά υπερηχογραφήματα, είναι δυνατόν να παρακολουθηθεί το επικρατούν ωοθυλάκιο που μεγαλώνει κατά την διάρκεια του κύκλου και να διαπιστωθεί η ρήξη του όταν και εφόσον γίνει η ωοθυλακιορρηξία. Παράλληλα με το υπερηχογράφημα διαπιστώνονται και άλλες πιθανές ανωμαλίες του γεννητικού συστήματος της γυναίκας όπως τα ινομυώματα της μήτρας, οι κύστεις των ωοθηκών, η διόγκωση των σαλπίγγων και άλλες.

 

Ο ορμονολογικός έλεγχος της γυναίκας εφαρμόζεται σε περιπτώσεις που υπάρχουν συγκεκριμένες κλινικές υπόνοιες ενδοκρινολογικής διαταραχής  και για να εκτιμηθεί κατά προσέγγιση το απόθεμα των ωαρίων που υπάρχουν στις ωοθήκες. Ο ορμονολογικός έλεγχος για να δώσει αξιόπιστες πληροφορίες, πραγματοποιείται σε καθορισμένες ημέρες του κύκλου και περιλαμβάνει, κατά περίπτωση, την μέτρηση στο αίμα των επιπέδων οιστρογόνων, προγεστερόνης, ανδρογόνων, ορμονών της υπόφυσης (FSH, LH), προλακτίνης, θυρεοειδικών ορμονών κ.α.

 

Μια ειδική εξέταση για την διερεύνηση του τραχηλου είναι η εξέταση τραχηλικής βλέννης μετά σεξουαλική επαφή. Κατά αυτήν, μία με δύο ημέρες πριν την αναμενόμενη ωοθυλακιορρηξία, το ζευγάρι έρχεται σε επαφή και 2 με 12 ώρες μετά η γυναίκα έρχεται στο εργαστήριο όπου λαμβάνεται βλέννα από τον τράχηλο της μήτρας. Η βλέννα αυτή στη συνέχεια εξετάζεται στο μικροσκόπιο και ελέγχεται εάν έχει τα επιθυμητά χαρακτηριστικά, ενώ παράλληλα διαπιστώνεται η παρουσία σπερματοζωαρίων εντός αυτής. Με τον τρόπο αυτό έχουμε στοιχεία για την απαραίτητη συνεργασία του ανδρικού με τον τραχηλικό παράγοντα στο συγκεκριμένο ζευγάρι.

 

Παρενέργειες από τα φάρμακα της Εξωσωματικής

 

Οι  γοναδοτροπίνες  προκαλούν πρωτοπαθώς παρενέργειες από την διέγερση των ωοθηκών. Η σοβαρότερη παρενέργεια είναι το γνωστό σύνδρομο υπερδιέγερσης των ωοθηκών, που δεν μπορεί να προβλεφθεί και να αποφευχθεί αφού στην εμφάνισή του συμβάλει κατά πολύ η ιδιοσυγκρασία της κάθε γυναίκας. Το σύνδρομο αυτό χαρακτηρίζεται, αναλόγως της βαρύτητάς του, από σημαντική διόγκωση των ωοθηκών, συλλογή υγρού στην κοιλιά της γυναίκας (ή και στον θώρακα), διάταση της κοιλιάς, ναυτία, εμέτους, δυσφορία, δυσκολία στην αναπνοή, επιρρέπεια στις θρομβώσεις, διαταραχή της λειτουργίας των νεφρών.

 

Ανησυχία και επιφυλαξη εξακολουθει να υπαρχει  όσον αφορά την συσχέτιση φαρμάκων υπογονιμότητας και του κινδύνου ανάπτυξης διαφόρων μορφών γυναικολογικού καρκίνου. Η σχέση μεταξύ φαρμάκων γονιμότητας και καρκίνου του μαστού,μητρας και ωοθηκών έχει διερευνηθεί και τα μέχρι τώρα αποτελέσματα δεν είναι  καθησυχαστικά όσον αφορά την  μελλοντική ανάπτυξη καρκίνου μαστού σε γυναίκες που έχουν υποβληθεί σε προσπάθειες εξωσωματικής,μια και συνιστάται πολύ πιο επισταμενος προληπτικος έλεγχος επι σειρα ετών.

 

Το 1989 άρχισαν να δημοσιεύονται οι πρώτες μελέτες που υποστήριζαν την σχέση χορήγησης φαρμάκων υπογονιμότητας με την εμφάνιση διαφόρων μορφών καρκίνου (μαστού, ωοθηκών, τραχήλου της μήτρας κτλ.). Από τότε ένας μεγάλος αριθμός γυναικών παρακολουθήθηκε συστηματικά και μελέτες εκπονήθηκαν με σκοπό να εξακριβωθεί αν τελικά σχετίζονται τα φάρμακα αυτά με την εμφάνιση καρκίνου. Τα αυξημένα ποσοστά εμφάνισης καρκίνου (ιδίως ωοθηκών) οφείλονται πιθανώς στις αιτίες που προκαλούν την υπογονιμότητα παρά στη χορήγηση των φαρμάκων αυτών. Με άλλα λόγια μία γυναίκα που εμφανίζει υπογονιμότητα παρουσιάζει αυξημένο ποσοστό εμφάνισης καρκίνου των ωοθηκών ανεξάρτητα αν θα χορηγηθούν ή όχι τα φάρμακα αυτά.

 

Από συγκεκ