Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.grr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr

ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ-ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ

Παθήσεις και Ομοιοπαθητική

Ποιά είναι η Λογική της Θεραπείας των Χρόνιων Παθήσεων

και πως η κλινικά προσανατολισμένη Ομοιοπαθητική-Ολιστική Ιατρική

ακολουθεί και εφαρμόζει αυτη την Κλασσική  Ιατρική Αντίληψη:

 

Η προσέγγιση της Ομοιοπαθητικής είναι πάντοτε Πληροφορική,δηλαδη το ομοιοπαθητικό φάρμακο δίνει πληροφορία, γνωστικό υλικό που διδάσκει ,στον Αμυντικό Μηχανισμο,ο οποιος είναι το Εργαλείο του Σώματος με το οποίο συντελουνται όλοι οι Ομοιοστατικοι, ουσιαστικά οι Αυτοθεραπευτικοί Μηχανισμοί.Ο άμεσος στόχος των Αυτοθεραπευτικών Μηχανισμών είναι η αποκατάσταση της Φυσικής Ενεργειακής Οικονομίας σε μια περιοχή του σώματος ή και σε ολόκληρο τον Οργανισμό.

Η αποκατασταση της Φυσικής Ενεργειακής Οικονομίας σε μιά περιοχή ή όργανο του σώματος σημαίνει αποκατάσταση της φυσιολογικής λειτουργίας και της φυσιολογικής δομής,δηλαδη επάνοδο στην Υγεία,στο Restitutio at Integrum,που είναι το κύριο ζητούμενο της Κλασσικής Παθολογίας.

περισσότερα more

Προβλήματα Υγείας

Η   Ομοιοπαθητικη  μπορεί  να βοηθήσει σημαντικά σε προβληματα Υγείας Γυναικών- Ανδρων- Παιδιων και Ηλικιωμενων

στις Γυναικες:

Διαταραχες περιοδου, Χρ Κολπιτιδες/ τραχηλιτιδες, ουρολοιμωξεις, πολυκυστικες ή ανεπαρκεις ωοθήκες,  Υπογονιμότητα

 

στους Ανδρες Xρονια προστατιτιδα, Ουρολοιμωξεις,

προβληματα στυσης και εκσπερματισης,Υπογονιμότητα

 

 

 

στα Παιδια  Αναπτυξιολογικές και Παιδονευρολογικες διαταραχες

   Βρογχικο άσθμα και Αλλεργικές Παθήσεις

 

 

           στους Ηλικιωμενους

  Kινητικές και Νοητικές Δυσλειτουργίες, προβλήματα Κυκλοφορικά-Αγγειακά.

περισσότερα more


Ιπποκρατική Ιατρική, Ομοιοπαθητική, Σύγχρονη Ιατρική
Παθήσεις /

ΔΙΑΤΡΟΦΗ-ΥΓΕΙΑ-OΛΙΣΤΙΚΗ ΙΑΤΡΙΚΗ

ΟΛΙΣΤΙΚΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ

Κέντρο Ομοιοπαθητικής-Ολιστικής Ιατρικής

OMOIOΠΑΘΗΤΙΚΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΥΓΕΙΑΣ

Δρ Τάσος Βαρθολομαίος,ΜD,PhD,MFHom,MHMA

 Ομοιοπαθητικός-Oλιστικός Ιατρός

Μετεκπαιδευθείς στην ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ στη Μ.Βρετανία

Λεκιθίνη

      Η λεκιθίνη αποτελείται από φωσφατιδυλ-χολίνες, μια ομάδα φωσφολιπιδίων. Εντούτοις, ο όρος λεκιθίνη συνήθως περιλαμβάνει μια μεγαλύτερη ομάδα ουσιών, δηλαδή φωσφατιδυλ-χολίνες, φωσφατιδυλ-ινοσιτόλη, φωσφατιδυλ-αιθανολαμίνη, φωσφατιδυλ-σερίνη, ελεύθερα λιπαρά οξέα, ινοσιτόλη. Η λεκιθίνη είναι μία πολύ σημαντική πηγή χολίνης, απαραίτητης για τον σχηματισμό ακετυλοχολίνης. Οι φωσφατιδυλ-χολίνες αποτελούν δομικό υλικό για τη σύνθεση της κυτταρικής μεμβράνης  και για την σύνθεση της χολής. Η λεκιθίνη προάγει την αποβολή στεροειδών ουσιών μέσω των κοπράνων. Αυτό μπορεί να ελαττώσει την απορρόφηση της διαιτητικής χοληστερίνης στο έντερο, ενώ παράλληλα παρεμποδίζει την επαναρρόφηση της ενδογενώς σχηματιζόμενης  χοληστερίνης στο αίμα. Χρησιμοποιείται σε υπερλιπιδαιμίες με καλά αποτελέσματα, αλλά απαιτούνται υψηλές δόσεις. Επίσης σε λιθιασική διάθεση των χοληφόρων, στην ενίσχυση των νοητικών δυνάμεων των ηλικιωμένων, στη νόσο του Parkinson και στην  Κατά  Πλάκας Σκλήρυνση.

 

 Γαλακτοβακτηρίδια

     ΄Εχουν κοινή ιδιότητα να μετατρέπουν τα σάκχαρα σε γαλακτικό οξύ. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα Lactobacillus acidophilus, Lactobacillus bulgaricus, Streptococcus thermophilus, Bifidobacterium bifidum. Βρίσκονται κυρίως στο έντερο, το δέρμα και τον κόλπο. Ο ρόλος τους είναι να παρεμποδίζουν την ανάπτυξη παθογόνων βακτηριδίων μέσω της παραγωγής γαλακτικού οξέος και αντιβιοτικών ουσιών όπως ασιντοφυλλίνη, βουλγαρικίνη, κ.ά. Είναι χρήσιμα για την πρόληψη και αγωγή της εντερικής δυσβίωσης, για την πρόληψη γαστρεντερικών διαταραχών σε ταξίδια, στη δυσκοιλιότητα, στη δυσανεξία στην λακτόζη, σε κολπικές λοιμώξεις από μύκητες, τριχομονάδες, κ.ά., κατά και μετά από θεραπεία με αντιβιοτικά, για την στήριξη του ανοσοποιητικού και στη διάρκεια θεραπείας με στεροειδή και αντισυλλητικά.

 

 Θειική γλυκοζαμίνη

      Φυσιολογικά βρίσκεται στον συνδετικό ιστό, στα οστά και στους  χόνδρους. Διεγείρει τη λειτουργία των οστεοβλαστών και  χονδροβλαστών  και προάγει τη σύνθεση γλυκοζαμινογλυκανών, διασφαλίζοντας την ακεραιότητα των πιο πάνω δομών. Οι σπουδιαότερες  γλυκοζαμινογλυκάνες  που σχηματίζονται από αυτήν είναι το υαλουρονικό οξύ, η θειική χονδροϊτίνη, η ηπαρίνη. Επίσης διατηρεί σε φυσιολογική κατάσταση το αρθρικό υγρό. Η θειική μορφή της γλυκοζαμίνης προτιμάται, γιατί το θείο βοηθάει στην αφομοίωσή της. Χρησιμοποιείται κυρίως στην πρόληψη και θεραπεία των παθήσεων των αρθρώσεων, ιδιαίτερα της οστεοαρθρίτιδας, αλλά και μετά από χειρουργικές επεμβάσεις και τραυματισμούς για ενίσχυση των επανορθωτικών μηχανισμών και για την προστασία της ακεραιότητας του εντερικού βλεννογόνου στη νόσο του Crohn  και την ελκώδη κολίτιδα. Η συνήθης ημερήσια δόση είναι 500 mg.

 

 Ιχθυέλαια

      Προέρχονται  από τη σάρκα ή το ήπαρ ορισμένων ψαριών. Η αξία τους βρίσκεται στα περιεχόμενα EPA (εικοσιπεντανοϊκό οξύ) και DHA (δοκοσαεξανοϊκό οξύ), δηλαδή ω-3 λιπαρά οξέα, που μετατρέπονται στο σώμα στη σειρά 3 των προσταγλανδίνων. Τα ιχθυέλαια αυτά έχουν αξιόλογη ευεργετική δράση στο κυκλοφορικό, αποκαθιστώντας την ισορρροπία των λιπιδίων στο αίμα, ελαττώνοντας τον κίνδυνο θρομβώσεως, ελαττώνοντας την ευερεθιστότητα του μυοκαρδίου. Επίσης είναι χρήσιμο να καταναλώνονται σε μικρές δόσεις στη διάρκεια της εγκυμοσύνης, γιατί φαίνεται ότι είναι χρήσιμα στη διάπλαση του νευρικού συστήματος. Παράλληλα βελτιώνουν τα συμπτώματα της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, αλλά και άλλων μορφών αρθρίτιδων.

 

Ελαιο νυχτολούλουδου (Evening Primrose Oil)

Είναι πλούσιο σε ω-6 λιπαρά οξέα, κυρίως γ-λινολενικό οξύ (GLA), πού μετατρέπεται στο σώμα σε προσταγλανδίνη  EI. Η  συνήθης δίαιτα περιέχει αρκετό λινολεϊκό οξύ, που είναι η προδρομική ουσία του  GLA, αλλά η μετατροπή του σε προσταγλανδίνη μπορεί  εύκολα να μπλοκαριστεί από  ιούς, καρκινογόνες ουσίες, χοληστερόλη, κεκορεσμένα λιπαρά οξέα, αλκοόλη, ανεπαρκή έκκριση ινσουλίνης, υπερβολικό διαιτητικό α-λινολενικό οξύ, ακτινοβολία και στη γήρανση.  Γι’ αυτό τον λόγο η επάρκεια GLA στο διαιτολόγιο μπορεί να είναι πολύ αξιόλογη, γιατί αντισταθμίζει αυτούς  τους πιθανούς αναχαιτιστικούς παράγοντες στην σύνθεση προσταγλανδίνης ΕΙ. Το έλαιο έχει χρησιμοποιηθεί με επιτυχία στο προεμμηνορρυσιακό σύνδρομο, ίσως μέσω ελέγχου των επιπέδων προλακτίνης. Η ευεργετική δράση αφορά τόσο την ψυχολογική  κατάσταση, δεδομένου ότι βελτιώνει την ευερεθιστότητα και την κατάθλιψη, όσο και φυσικά συμπτώματα, κυρίως τα οιδήματα. Επίσης φαίνεται ότι το έλαιο είναι  χρήσιμο στην πρόληψη και  την παρακολούθηση της ινώδους μαστοπάθειας (μαζικής δυσπλασίας), στη ρύθμιση των λιπιδίων του αίματος, στην πρόληψη των θρομβώσεων και στην πρόληψη και θεραπεία της υπέρτασης. Με επιτυχία έχει χρησιμοποιηθεί στη θεραπεία του ατοπικού εκζέματος σε ενήλικους και σε παιδιά. Χρήσιμο φαίνεται στην αντιμετώπιση της κατά  πλάκας σκλήρυνσης και στη θεραπευτική της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, μόνο του ή σε συνδυασμό με ειδικό ιχθυέλαιο. Η συνήθης ημερήσια δόση είναι 1000-2000 mg.

Πεπτικά ένζυμα

Τα ένζυμα αυτά φυσιολογικά παράγονται σε επαρκή ποσά. Όμως στο γήρας και σε αρκετές χρόνιες παθήσεις ή μετά από επεμβάσεις, η παραγωγή τους είναι ανεπαρκής, με την απόλυτη ή σχετική έννοια, και η συμπληρωματική χρήση επιβεβλημένη. Τα χορηγούμενα σκευάσματα περιέχουν σε διάφορους συνδυασμούς αμυλάση, λιπάση, υδροχλωρική μπεταϊνη, αλλά και άλλα ένζυμα όπως παπαϊνη και βρωμελαϊνη. Ειδική κατηγορία είναι τα σκευάσματα που περιέχουν αποκλειστικά λακτάση για πάσχοντες από δυσανεξία στη λακτόζη. Η χορήγησή τους δεν έχει μόνον τη λογική της υποβοήθησης αυτής καθ’ εαυτής της πέψης, αλλά και της παρέμβασης σε παραμέτρους σχετικές με την εντερική δυσβίωση και τις τροφικές αλλεργίες.

 

Συνένζυμο Q10

Tο συνένζυμο  λειτουργεί σε ένα πολύ θεμελιώδες επίπεδο ως φορέας στην αλυσίδα μεταφοράς ηλεκτρονίων στη  διαδικασία σχηματισμού  ΑΤΡ . ΄Εχει δείξει ευεργετική δράση σε καρδιαγγειακές παθήσεις, όπως καρδιακή ανεπάρκεια, νόσο των στεφανιαίων, ρευματικές  βαλβιδοπάθειες και διαταραχές ρυθμού, σε χρόνια ουλίτιδα και περιοδοντίτιδα, σε ορισμένες μορφές παχυσαρκίας, σε διαταραχές αιματώσεως. Παράλληλα φαίνεται  χρήσιμο στην αεροβική άσκηση , στο σύνδρομο χρόνιας κόπωσης, αλλά και σε καταπονημένο ανοσοποιητικό σύστημα.

 

Αντιοξειδωτικοί συνδυασμοί

      Συνήθως υπάρχουν συνδυασμοί βιταμινών Ε, C, β-καροτίνης, ψευδαργύρου, μαγγανίου, χαλκού, σεληνίου.

 

Μεταλλικά στοιχεία - ιχνοστοιχεία

      Τα σκευάσματα συνήθως περιέχουν ψευδάργυρο, ιώδιο, μαγγάνιο, χαλκό, μολυβδαίνιο, χρώμιο, σελήνιο, βανάδιο. Αρκετές φορές συνυπάρχει ασβέστιο σίδηρος, μαγνήσιο, κ.ά.

Ασβέστιο. Η έλλειψή του σχετίζεται με την οστεοπόρωση, με νευροφυσιολογικές διαταραχές (ευερεθιστότητα, μυϊκοί σπασμοί, αϋπνία) και με ορισμένες αλλεργίες. Ιδιαίτερα  μεγαλη είναι η αξία του στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, στις εγκυμονούσες και θηλάζουσες, στους χορτοφάγους, αλλά και σε αυτούς που κάνουν κατάχρηση αλατιού και αντιόξινων σκευασμάτων, που περιέχουν αλουμίνιο. Κίνδυνος νεφρολιθίασης από υπερβολική δοσολογία υφίσταται μόνον σε ορισμένες διαταραχές του μεταβολισμού του ασβεστίου. Η συνήθης ημερήσια δόση είναι 800-100 mg. Η καλή αφομοίωση βέβαια του ασβεστίου, προϋποθέτει επάρκεια βιταμίνης D. Τα συμπληρώματα ασβεστίου πρέπει να αποφεύγονται σε υπερασβεσταιμία, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και νεφρολιθίαση. Οι υπερτασικοί θα πρέπει να ελέγχουν τακτικά την πίεσή τους όταν χρησιμοποιούν συμπληρώματα ασβεστίου. Επίσης, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ορισμένα διουρητικά, ιδιαίτερα οι θειαζίδες, μπορούν να αυξήσουν το ασβέστιο στο αίμα, ενώ σε χορήγηση τετρακυκλίνων θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση με συμπληρώματα ασβεστίου.

 

Χαλκός.  Στον οργανισμό μετέχει σε αντιοξειδωτικές λειτουργίες, μετέχοντας σε ένζυμα, όπως στην υπεροξειδική δισμουτάση (S.O.D), που προστατεύει τα κύτταρα από πλεονάζουσες ελεύθερες ρίζες και υπεροξείδια.  Ο χαλκός επίσης είναι συστατικό της κερουλοπλασμίνης, πρωτεϊνης του πλάσματος που μετέχει στη ρύθμιση της ερυθροποίησης και του επιπέδου ορισμένων ορμονών και παίζει ρόλο στη σύνθεση της μελανίνης και στην οξείδωση των λιπαρών οξέων. Σε έλλειψη χαλκού αυξάνει ο κίνδυνος ασθενειών του κυκλοφορικού, ιδιαίτερα αν συνυπάρχει έλλειψη σελήνιου, πιθανόν λόγω περιορισμού της δραστηριότητας των ενζύμων γλουταθιόνη, περοξειδάση και υπεροξειδική δισμουτάση. Επίσης αυξάνει ο κίνδυνος αναιμιών, παθήσεων των οστών και του νευρικού συστήματος, τριχόπτωσης και καθυστέρησης της ανάπτυξης των παιδιών, Πρόνοια πρέπει να λαμβάνεται σε χορήγηση υψηλών δόσεων ψευδαργύρου, καθόσον αυτές εξαντλούν τα αποθέματα χαλκού. Ο χαλκός γίνεται ιδιαίτερα απαραίτητος στον σύνδρομο Menke (γενετική νόσος χαρακτηριζόμενη από δυσχέρεια απορρόφησης χαλκού). Τροφές πλούσιες σε χαλκό είναι το συκώτι τα οστρακοειδή, οι ελιές.

 

Χρώμιο. Παίζει σημαντικό ρόλο στον μεταβολισμό της γλυκόζης και των λιπιδίων του αίματος, δεδομένου ότι διευκολύνει τη δράση της ινσουλίνης μέσω οργανικού συμπλέγματος στο οποίο μετέχει και το οποίο ονομάζεται «παράγων ανοχής στη γλυκόζη».΄Ενδεια χρωμίου παρατηρείται σε υπερλιπιδαιμίες και σε ανεπαρκή ανοχή στη γλυκόζη, δηλαδή σε συνθήκες που προδιαθέτουν για σακχαρώδη διαβήτη. Χρησιμοποιείται στην αγωγή για τον έλεγχο της χοληστερίνης και της HDL, στην εξισορρόπηση της γλυκόζης του αίματος, αλλά και για την αύξηση της μυϊκής μάζας σε αθλητές. Σε ινσουλινοεξαρτώμενο διαβήτη τα συμπληρώματα χρωμίου χρησιμοποιούνται με στενή παρακολούθηση, για να περιορισθεί το ενδεχόμενο υπογλυκαιμιών. Τροφές πλούσιες σε χρώμιο είναι ο κρόκος του αυγού, η μελάσα, η μαγιά της μπίρας, ο χυμός σταφυλιού και το ψωμί ολικής άλεσης. Η συνήθης ημερήσια δόση είναι 50-100 μg.

 

Ιώδιο. Αποτελεί κεντρικό συστατικό των θυρεοειδικών ορμονών και έτσι είναι πολύτιμο στην υπολειτουργία του θυρεοειδούς, που είναι σήμερα ιδιαίτερα διαδεδομένη. Η συνήθης ημερήσια δόση είναι 150-200 μg. Προσοχή χρειάζεται στη χορήγηση συμπληρωμάτων με ιώδιο στην εγκυμοσύνη δεδομένου ότι το έμβρυο πιο εύκολα μπορεί να παρουσιάσει υπερθυρεοειδισμό σε σχέση με τη μητέρα. Τροφές πλούσιες σε ιώδιο είναι το ωκεάνιο φύκι, ο μπακαλιάρος, ο σολομός.

 

Σίδηρος. Εκτός από τη χρήση του σε αναιμίες, είναι απαραίτητο στις εγκύους, τους χορτοφάγους, τους εφήβους , τους αθλητές και τους ηλικιωμένους. Η συνήθης ημερήσια δόση είναι 15mg. Θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη ότι μερικά φάρμακα ελαττώνουν τη βιοδιαθεσιμότητα του σιδήρου, όπως οι τετρακυκλίνες, η πενικιλλαμίνη, τα λέβο-ντόπα και μεθυλ-ντόπα, όπως συμβαίνει και με κάποια συστατικά τροφών όπως το φυτικό οξύ (σε τροφές με πολλές ίνες) και το οξαλικό οξύ (όπως στο σπανάκι και τη σοκολάτα). Επίσης η απορρόφησή του διευκολύνεται σημαντικά από τη βιταμίνη C , ορισμένες βιταμίνες του συμπλέγματος Β, ενώ ο μεταβολισμός του εξαρτάται σημαντικά από το μολυβδαίνιο.

 

Μαγγάνιο. Συμβάλλει στην ακεραιότητα της δομής των οστών, στη σύνθεση βλεννοπολυσακχαριτών, στη σύνθεση ορμονών, στη γλυκογονογένεση στο ήπαρ και στη δραστηριοποίηση λεμφοκυττάρων. Χρησιμοποιείται στη ρευματοειδή αρθρίτιδα και στην ενίσχυση του ανοσοποιητικού, Η συνηθισμένη ημερήσια δόση είναι 15 mg. Τροφές πλούσιες σε μαγγάνιο είναι το ψωμί ολικής άλεσης, το φύτρο σιταριού, τα αβοκάντο και οι ξηροί καρποί.

 

Μαγνήσιο. Συμμετέχει στη σύνθεση του RNA και τον αναδιπλασιασμό του DNA και στη λειτουργία νεύρων και μυών. Η έλλειψή του είναι αρκετά συχνή στον δυτικό κόσμο και  εκδηλώνεται με κράμπες και τινάγματα μυών, υπογλυκαιμία, ανησυχία και αϋπνία. Οφείλεται μερικές φορές σε μακροχρόνια χρήση διουρητικών, σε διαρροϊκά σύνδρομα, σε κατάχρηση αλκοόλης και σε υπερβολική εφίδρωση. Χρησιμοποιείται στο προεμμηνορρυσιακό σύνδρομο και ειδικότερα για τη βουλιμία για γλυκά και για γαστρικές ενοχλήσεις, σε τικς και δεσμιδώσεις, στην  αρτηριακή υπέρταση και σε υψηλά επίπεδα LDL, σε αποφρακτικές πνευμονοπάθειες, ιδιαίτερα στο βρογχικό άσθμα. Για τη σωστή απορρόφηση και αφομοίωσή του απαιτείται επαρκές ασβέστιο και βιταμίνη Β6. Τροφές πλούσιες σε μαγνήσιο είναι τα φιστίκια, το ψωμίg ολικής άλεσης, αρκετά ψάρια και το κοτόπουλο.

 

Μολυβδαίνιο. Είναι απαραίτητο για τη λειτουργία του ενζύμου ξανθίνη οξειδάση, που μετέχει στο μεταβολισμό του σιδήρου και στον σχηματισμό ουρικού οξέος, ενώ είναι χρήσιμο στη διατήρηση της ανδρικής γονιμότητας  και στην υγιεινή των δοντιών. Η συνήθης ημερήσια δόση είναι 200 μg. Τροφές πλούσιες σε μολυβδαίνιο είναι   τα φασόλια, το συκώτι, το φύτρο σιταριού, οι φακές, οι ηλιόσποροι και τα αυγά.

 

Σελήνιο. Μετέχει στο ένζυμο γλουταθειόνη  περοξειδάση, που προστατεύει τα κύτταρα από πλεονάζουσες ελεύθερες ρίζες. ΄Εχει έναν αξιόλογο ρόλο στη λειτουργική ακεραιότητα του ήπατος, της καρδιάς, στην προστασία από βαριά μέταλλα, όπως το κάδμιο, στην παραγωγή προσταγλανδινών  και στη σύνθεση θυρεοειδικών ορμονών. Χαρακτηριστική είναι η νόσος του keshan, στην οποία παρατηρείται εκφύλιση του μυοκαρδίου λόγω ανεπάρκειας σελήνιου, αλλά και στη νόσο Kaschin-BecK, στην οποία παρουσιάζονται εκφυλίσεις των αρθρικών χόνδρων από την ίδια αιτία. Ιδιαίτερα αυξημένες ανάγκες σε σελήνιο παρουσιάζουν οι ηλικιωμένοι και οι καπνιστές. Πολύ σημαντική για την ενίσχυση της δράσης του σελήνιου είναι η βιταμίνη Ε και το αντίστροφο. Τροφές πλούσιες σε σελήνιο είναι τα ψάρια, τα σπλάγχνα ζώων και τα δημητριακά. Η συνηθισμένη ημερήσια δόση είναι 50-100 μg.

 

Ψευδάργυρος. Είναι χρήσιμος στη χρησιμοποίηση της Βιταμίνης Α, στην παραγωγή ινσουλίνης, στην απομάκρυνση βαρέων μετάλλων, στην ανάπτυξη του σώματος, στην ανδρική και γυναικεία γονιμότητα, στην φυσιολογία του προστάτη αδένα και σε ορισμένους ανοσολογικούς μηχανισμούς. Σε έλλειψή του παρατηρείται ευπάθεια στις λοιμώξεις, ανορεξία, δερματικά προβλήματα, λευκές κηλίδες στα νύχια. Χρησιμοποιείται σε ορισμένες δερματοπάθειες, όπως η ακμή και το έκζεμα, στη χρόνια προστατίτιδα και την υπερπλασία του προστάτη. Αξίζει να σημειωθεί ότι η περιεκτικότητα του προστάτη σε ψευδάργυρο είναι σημαντικά ελαττωμένη σε φλεγμονές και σε καρκίνωμα του οργάνου και ότι ο ψευδάργυρος παρεμβαίνει ανασταλτικά στον μεταβολισμό των ανδρογόνων στο προστάτη. Επίσης χρησιμοποιείται στην πρόληψη της κίρρωσης του ήπατος σε αλκοολικούς και στη θεραπεία της ανδρικής και γυναικείας υπογονιμότητας. ΄Ελλειψη ψευδαργύρου προκαλεί ελάττωση της τεστοστερόνης και καταστολή της σπερμιογένεσης στους άνδρες, ενώ στις γυναίκες συνδέεται με ελαττωμένη παραγωγή ωοθηκικών ορμονών, συχνές αποβολές, παράταση της κύησης, ελλιποβαρή ή θνησιγενή νεογνά. Η συνηθισμένη ημερήσια δόση είναι 15mg. Τροφές πλούσιες σε ψευδάργυρο είναι το τυρί, ιδιαίτερα το cheddar, το μοσχαρίσιο κρέας, το ψωμί ολικής άλεσης και τα αυγά.

 

Βιταμίνες

Βιταμίνη Α. Με βάση την εκλεκτική της δράση στον επιθηλιακό ιστό χρησιμοποιείται ιδιαίτερα σε δερματοπάθειες. Σε σύνδρομα δυσαπορρόφησης υπάρχει έλλειψη της βιταμίνης, που μεταξύ  των άλλων μπορεί να οδηγήσεις σε διαταραχές της όρασης. Υπερδοσολογία  μπορεί να οδηγήσεις σε σοβαρές τοξικές βλάβες ιδιαίτερα στο ήπαρ, ενώ ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στην διάρκεια της εγκυμοσύνης. Η συνήθης ημερήσια δόση είναι 800 μgΟπωσδήποτε πολύ πιο ασφαλής είναι η χορήγηση β-καροτίνης, δηλαδή της προδρομικής ουσίας της βιταμίνης Α, που προστατεύει και από τις ελεύθερες ρίζες και ορισμένα καρκινογόνα. Η β-καροτίνη συνιστάται πριν από παρατεταμένη έκθεση στον καλοκαιρινό ήλιο, επειδή προστατεύει το δέρμα από την υπεριώδη ακτινοβολία. Επίσης, φαίνεται ότι έχει έναν προστατευτικό ρόλο απέναντι στη στεφανιαία νόσο. Πάντως η β-καροτίνη δεν μπορεί να μετατραπεί επαρκώς σε βιταμίνη Α σε διαβητικούς ή σε πάσχοντες από υποθυρεοειδισμό ή κίρρωση του ήπατος, ενώ οι καπνιστές ή αυτοί που είναι εκτεθειμένοι σε άσβεστο θα πρέπει να αποφεύγουν τα συμπληρώματα β-καροτίνης.

 

Θειαμίνη (Β1). Η βιταμίνη αυτή μετέχει στο συνένζυμο πυροφωσφορική θειαμίνη στον μεταβολισμό των υδατανθράκων. Συμπληρώματα χρειάζονται σε υψηλή κατανάλωση υδατανθράκων και αλκοόλης και σε φυσικό και νοητικό stress. Η συνήθης ημερήσια δόση είναι 1,5 mg.

 

Ριβοφλαβίνη (Β2). Σχηματίζει ουσιώδη συνένζυμα για τον μεταβολισμό πρωτεϊνών, λιπών και υδατανθράκων. ΄Ελλειψη της βιταμίνης παρατηρείται μετά από ολική ή υφολική γαστρεκτομή και σε μακροχρόνια χορήγηση αντιβιοτικών και διουρητικών. Είναι χρήσιμη σε βλεφαρίτιδες, κερατίτιδες, αλλά και σε ημικρανίες. Φαίνεται ότι μπορεί να επηρεάσει και τη θεραπευτική ανταπόκριση στη μεθοτρεξάτη.

 

Νιασίνη ή Νικοτινικό οξύ (Β3). Στο σώμα σχηματίζεται από την τρυπτοφάνη και σχηματίζει δύο συνένζυμα, το NAD και το NADP. Οι αλκ