Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.grr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr

ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ-ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ

Παθήσεις και Ομοιοπαθητική

Ποιά είναι η Λογική της Θεραπείας των Χρόνιων Παθήσεων

και πως η κλινικά προσανατολισμένη Ομοιοπαθητική-Ολιστική Ιατρική

ακολουθεί και εφαρμόζει αυτη την Κλασσική  Ιατρική Αντίληψη:

 

Η προσέγγιση της Ομοιοπαθητικής είναι πάντοτε Πληροφορική,δηλαδη το ομοιοπαθητικό φάρμακο δίνει πληροφορία, γνωστικό υλικό που διδάσκει ,στον Αμυντικό Μηχανισμο,ο οποιος είναι το Εργαλείο του Σώματος με το οποίο συντελουνται όλοι οι Ομοιοστατικοι, ουσιαστικά οι Αυτοθεραπευτικοί Μηχανισμοί.Ο άμεσος στόχος των Αυτοθεραπευτικών Μηχανισμών είναι η αποκατάσταση της Φυσικής Ενεργειακής Οικονομίας σε μια περιοχή του σώματος ή και σε ολόκληρο τον Οργανισμό.

Η αποκατασταση της Φυσικής Ενεργειακής Οικονομίας σε μιά περιοχή ή όργανο του σώματος σημαίνει αποκατάσταση της φυσιολογικής λειτουργίας και της φυσιολογικής δομής,δηλαδη επάνοδο στην Υγεία,στο Restitutio at Integrum,που είναι το κύριο ζητούμενο της Κλασσικής Παθολογίας.

περισσότερα more

Προβλήματα Υγείας

Η   Ομοιοπαθητικη  μπορεί  να βοηθήσει σημαντικά σε προβληματα Υγείας Γυναικών- Ανδρων- Παιδιων και Ηλικιωμενων

στις Γυναικες:

Διαταραχες περιοδου, Χρ Κολπιτιδες/ τραχηλιτιδες, ουρολοιμωξεις, πολυκυστικες ή ανεπαρκεις ωοθήκες,  Υπογονιμότητα

 

στους Ανδρες Xρονια προστατιτιδα, Ουρολοιμωξεις,

προβληματα στυσης και εκσπερματισης,Υπογονιμότητα

 

 

 

στα Παιδια  Αναπτυξιολογικές και Παιδονευρολογικες διαταραχες

   Βρογχικο άσθμα και Αλλεργικές Παθήσεις

 

 

           στους Ηλικιωμενους

  Kινητικές και Νοητικές Δυσλειτουργίες, προβλήματα Κυκλοφορικά-Αγγειακά.

περισσότερα more


Ιπποκρατική Ιατρική, Ομοιοπαθητική, Σύγχρονη Ιατρική
Παθήσεις /

ΟΣΤΕΟΠΩΡΩΣΗ

 

ΟΣΤΕΟΠΩΡΩΣΗ ΚΑΙ ΚΛΙΝΙΚΗ ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ

Δρ Τάσος Βαρθολομαίος, Ομοιοπαθητικός- Ιατρός Ιστοπαθολόγος,Μετεκπαιδευθείς στην Μυοσκελετική Παθολογία(Παθολογία Οστων και Μαλακων μοριων) στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Οξφόρδης,Μ.Βρετανία

 

 

Οι παράγοντες κινδύνου (Risk factors) για οστεοπόρωση διακρίνονται σε: α) Κύριους και β) Δευτερεύοντες.

    Κύριοι παράγοντες κινδύνου είναι: 1 . Η ελαττωμένη κορυφαία οστική μάζα και 2. Ο αυξημένος ρυθμός οστικής απώλειας.

Η οστεοπόρωση βασικά προκαλείται από τη διαταραχή στην ισορροπία ανάμεσα στην οστεοπαραγωγή και την οστική αποδόμηση που συνεχίζεται δια βίου στον ανθρώπινο σκελετό. Φυσιολογικά η οστική μάζα (πυκνότητα) αυξάνεται προοδευτικά όσο ο σκελετός αναπτύσσεται και εξακολουθεί να αυξάνεται μέχρι την ηλικία των 35 περίπου ετών, οπότε φθάνει στο μέγιστο επίπεδο. Η κορυφαία αυτή οστική μάζα (peak bone mass) επηρεάζεται σημαντικά από τη διατροφή, το φύλο, τη φυλή, τη μυϊκή άσκηση και βεβαίως τη φυσιολογική λειτουργία των διαφόρων οργάνων του σώματος. Έτσι η κορυφαία οστική μάζα στους άνδρες είναι 20-30% μεγαλύτερη παρά στις γυναίκες και 10-20% μεγαλύτερη στη μαύρη φυλή σε σχέση προς τη λευκή. Μετά την ηλικία των 35 περίπου ετών αρχίζει βαθμιαία απώλεια οστικής μάζας που αποτελεί φυσιολογικό φαινόμενο και συνεχίζεται με διακυμάνσεις σε όλη την υπόλοιπη ζωή. Ο ρυθμός απώλειας είναι αρχικά ίδιος στους άνδρες και στις γυναίκες και κυμαίνεται από 0,3-0,5% το χρόνο. Το φυσιολογικό αυτό ρυθμό απώλειας ακολουθεί στις γυναίκες φάση επιταχυνόμενης οστικής απώλειας της τάξεως του 2-3% το χρόνο, που αρχίζει στην περίοδο της εμμηνόπαυσης και συνδέεται στενά με την ελάττωση του επιπέδου των οιστρογόνων στο αίμα. Η φάση αυτή σύμφωνα με τις υπάρχουσες μέχρι σήμερα γνώσεις διαρκεί 6-10 χρόνια, οπότε επανέρχεται σε βραδύ ρυθμό οστικής απώλειας που φθάνει το 0,3-0,5%. Σε μερικές γυναίκες (20%) ο ρυθμός οστικής απώλειας είναι μεγαλύτερος του 3% (έως 7%) (fast bone loosers). Στις γυναίκες αυτές η οστεοπόρωση πρέπει έγκαιρα να διαγνωσθεί και να αντιμετωπισθεί. Όταν η κορυφαία οστική μάζα (πυκνότητα) είναι μεγάλη και ο ρυθμός οστικής απώλειας φυσιολογικός, δε δημιουργείται οστεοπόρωση. Οστεοπόρωση δημιουργείται, όταν η οστική μάζα ενός ατόμου που φθάνει το μέγιστο στην ηλικία των 35 περίπου ετών είναι χαμηλή ή όταν ο ρυθμός οστικής απώλειας είναι αυξημένος ή υπάρχει συνδυασμός και των δύο. Γι' αυτό η φιλοσοφία της σύγχρονης αντιμετώπισης της οστεοπόρωσης συγκεντρώνεται στους δύο αυτούς στόχους, δηλαδή τη μεγιστοποίηση της κορυφαίας οστικής μάζας (πρωτογενής πρόληψη) και την ελαχιστοποίηση των οστικών απωλειών (δευτερογενής πρόληψη). Τελευταία φαίνεται ότι εκτός από το επίπεδο της οστικής μάζας σημασία έχει και η ποιότητα του οστού στη μάζα που μένει.

    Δευτερεύοντες παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση οστεοπόρωσης είναι:
    1. Εμμηνόπαυση στις γυναίκες. Φυσιολογική ή χειρουργική λόγω ελάττωσης του επιπέδου των οιστρογόνων.
    2. Χρόνια ανεπαρκής πρόσληψη ασβεστίου αλλά και ανεπαρκής απορρόφησή του από το έντερο και καθήλωσή του στα οστά (κυρίως λόγω έλλειψης βιταμίνης D).
    3. Ο περιορισμός της φυσιολογικής κίνησης (βάδισμα, τρέξιμο), που είναι αποτέλεσμα της μηχανοποίησης της ζωής μας (αυτοκίνητα, ηλεκτρικά πλυντήρια, ηλεκτρικές σκούπες, πλυντήρια πιάτων κτλ), στερεί το μυοσκελετικό σύστημα από το σπουδαιότερο ερέθισμα που συμβάλλει στη διάπλαση και ανακατασκευή του σκελετού σε όλη τη διάρκεια της ζωής. Η υπερβολική εντούτοις άσκηση σε νέα κορίτσια, αθλήτριες, μπορεί να προκαλέσει αμηνόρροια με αποτέλεσμα ελάττωση τις οστικής πυκνότητας.
    4. Αυξημένη κατανάλωση πρωτεϊνών (κρεατοφαγία), διότι αυξάνει την αποβολή ασβεστίου από τα ούρα. Είναι ένας από τους παράγοντες που εξηγεί τη μεγαλύτερη συχνότητα οστεοπόρωσης στις χώρες της Δύσης.
    5. Το κάπνισμα. Υπάρχουν σήμερα σαφείς ενδείξεις ότι σε καπνίστριες γυναίκες (και άνδρες) ο ρυθμός οστικής απώλειας είναι αυξημένος με αποτέλεσμα αυξημένη συχνότητα καταγμάτων στους σπονδύλους. Το τελευταίο πιθανώς οφείλεται σε: α) επιτάχυνση καταστροφής των οιστρογόνων στις γυναίκες, β) ελάττωση της δραστηριότητας των οστεοβλαστών γ) πρόωρη εμμηνόπαυση και δ) αγγειοσύσπαση και μείωση παροχής αίματος στους σπονδύλους.
    6. Κατάχρηση οινοπνευματωδών ποτών συνδυάζεται πολύ συχνά με οστεοπόρωση τόσο σε άνδρες όσο και σε γυναίκες. Αυτό οφείλεται πιθανώς σε άμεση τοξική δράση του οινοπνεύματος πάνω στους οστεοβλάστες καθώς και στην ελάττωση της απορρόφησης του ασβεστίου από το έντερο, επειδή το οινόπνευμα επηρεάζει τον μεταβολισμό της βιταμίνης D.
    7. Κατάχρηση καφέ, τσαγιού, επειδή προκαλούν ασβεστιουρία.
    8. Το φύλο. Η οστεοπόρωση είναι συχνότερη στις γυναίκες παρά στους άνδρες.
    9. Η φυλή. Παρατηρείται συχνότερα στους λευκούς παρά στους μαύρους, επειδή οι τελευταίοι έχουν μεγαλύτερη οστική μάζα.
    10. Οικογενής προδιάθεση. Υπάρχουν οικογένειες με πολλά μέλη που πάσχουν από οστεοπόρωση χωρίς να διαπιστώνεται παθολογική αιτία.
    11. Ιδιοσυστασία. Η οστεοπόρωση είναι συχνότερη σε μικρόσωμες λεπτές γυναίκες, με ξανθά μαλλιά και λεπτή επιδερμίδα. Σπάνια παρατηρείται σε παχιές γυναίκες. Το αυξημένο σωματικό βάρος ελαττώνει το ρυθμό οστικής απώλειας, α) λόγω μηχανικής επιβάρυνσης της σπονδυλικής στήλης και των κάτω άκρων και β) επειδή μεγάλες ποσότητες λίπους συμβάλλουν στη μετατροπή των επινεφριδιακών ανδρογόνων σε οιστρογόνα.
    12. Συνθήκες έλλειψης βαρύτητας. Η παρατήρηση της σημασίας της βαρύτητας έγινε στους αστροναύτες, οι οποίοι είχαν οστική απώλεια της τάξεως του 1 % την εβδομάδα, παρά τις πολλές άλλες δραστηριότητές τους και την επαρκή πρόσληψη Ca.

Επιδημιολογία - Στατιστική
Επιπολασμός Οστεοπόρωσης

Επιπολασμός -Συχνότητα: Από μελέτες που έγιναν στις Η.Π.Α. έχει αποδειχθεί ότι 29% των γυναικών, δηλαδή το 1/3 περίπου, και 18% των ανδρών ηλικίας 45-79 ετών παρουσιάζουν κάποιου βαθμού οστεοπόρωση. Στην Ελλάδα έχει βρεθεί ότι σε άτομα άνω των 60 χρόνων 19% των γυναικών και 11 % των ανδρών παρουσιάζουν οστεοπόρωση.
Κλινική εικόνα Οστεοπόρωσης
[icon]     Αυτή η ενότητα δεν τεκμηριώνεται επαρκώς (με παραπομπές).
Κατάγματα μακρών οστών
Οστεοπόρωση και ύψος
Κατάγματα Πλευρών

Η Οστεοπόρωση - όπως και η Υπέρταση - εξελίσσεται προοδευτικά για μακρό χρονικό διάστημα χωρίς κλινικές εκδηλώσεις. 'Εχει χαρακτηριστικά λεχθεί ότι «αν η υπέρταση είναι ο ύπουλος δολοφόνος, η οστεοπόρωση είναι ο ύπουλος κλέφτης».

    Διάχυτοι, επίμονοι, ήπιας έντασης πόνοι στην πλάτη (ραχιαλγία), ιδιαίτερα σε γυναίκες άνω των 45 ετών, ή στην οσφυική χώρα (οσφυαλγία) αποτελούν τις πρώτες κλινικές εκδηλώσεις. Συχνά εκλαμβάνονται ως δήθεν "ψύξη" και δεν γίνεται διάγνωση.
    Μερικές φορές μεσολαβούν οξέα επώδυνα επεισόδια που οφείλονται σε μικροδοκιδικά κατάγματα ιδίως στους θωρακικούς σπονδύλους. Ο πόνος σ' αυτές τις περιπτώσεις επεκτείνεται ζωστηροειδώς θωρακικά κατά μήκος των πλευρών, δεν βελτιώνεται με την κατάκλιση και υποχωρεί μετά 3-4 εβδομάδες. Έρευνες στις Η.Π.Α. έδειξαν ότι η οστεοπόρωση είναι υπεύθυνη για την οσφυαλγία στο 15% των ατόμων ηλικίας άνω των 50 ετών και στο 50% εκείνων που πέρασαν τα 75. Καθώς η πάθηση προχωρεί, οι κινήσεις της ΣΣ περιορίζονται σε μεγάλο βαθμό και είναι επώδυνες.
    Αρκετά συχνά σε μεγάλης ηλικίας άτομα παρατηρείται προοδευτική παραμόρφωση της ΣΣ σε κάμψη (χαρακτηριστική κύφωση). Πολλές φορές αιφνίδιος πόνος στη θωρακική ή οσφυϊκή μοίρα της ΣΣ, κατά τη διάρκεια μιας φυσιολογικής κίνησης ή άρσης μικρού βάρους, αποτελεί την πρώτη κλινική εκδήλωση, που οδηγεί σε έλεγχο και διάγνωση της πάθησης με την αποκάλυψη ενός συμπιεστικού κατάγματος. Το κάταγμα αυτό μπορεί να αφορά σε ένα ή περισσότερους σπονδύλους, οπότε: α) Οδηγεί σε ελάττωση του ύψους του ατόμου που μπορεί προοδευτικά να φθάσει τα 10 ή και 20 εκ. β) Εφόσον η εντόπιση είναι στη θωρακική μοίρα της ΣΣ, προκαλεί μόνιμη παραμόρφωση σε πρόσθια κάμψη (κύφωση). Η κύφωση σε ακραίες περιπτώσεις μπορεί να φέρει το θώρακα σε επαφή με τις λαγόνιες ακρολοφίες. γ) Δημιουργεί παραλυτικό ειλεό σε σπάνιες περιπτώσεις, αν το κάταγμα εντοπίζεται στη θωρακοοσφυική μοίρα της ΣΣ λόγω ερεθισμού από το οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα.
    Εκτός από τα κατάγματα της ΣΣ η οστεοπόρωση είναι αιτία, στο μεγαλύτερο ποσοστό (70%), των διατροχαντηρίων καταγμάτων και εκείνων του αυχένος του μηριαίου, καθώς και των καταγμάτων του περιφερικού άκρου της κερκίδας ή του κεντρικού άκρου του βραχιονίου. Δεν πρέπει όμως να λησμονείται ότι σημαντικό ρόλο στην πρόκληση αυτών των καταγμάτων παίζουν οι συχνές πτώσεις στα ηλικιωμένα άτομα, λόγω της διαταραχής της ισορροπίας και της μυϊκής ασυνέργειας. Το 20-30% των κρεββατιών στις ορθοπαιδικές κλινικές καταλαμβάνεται από ηλικιωμένα άτομα με κάταγμα διατροχαντήριο ή αυχένος μηριαίου, γεγονός το οποίο προσδιορίζει την έκταση των οικονομικών και κοινωνικών επιπτώσεων από την οστεοπόρωση.

Απεικονιστικός έλεγχος
Αλλαγές Οστικής Πυκνότητας

Πριν από το έτος 1986 η Οστεοπόρωση διεγιγνώσκετο μόνο με την κλινική εικόνα και ορισμένες ακτινογραφίες. Θα έπρεπε να υπάρχει κάποιο παθολογικό κάταγμα ή να ελεγχθούν κάποιοι οστικοί ακτινολογικοί δείκτες στη Σπονδυλική στήλη ή στην Κερκίδα. Οι μέθοδοι αυτές καταργήθηκαν πλέον ως επισφαλείς. Η διάγνωση σήμερα της Οστεοπόρωσης γίνεται με την Εξέταση "Οστεοπυκνομετρία με διπλή Φωτονιακή Απορροφησιομέτρηση" (DEXA). Η τεχνική αυτή ονομάζεται "διπλής ενέργειας απορροφησιομετρία με ακτίνες Χ" (Dual Energy X-ray Absorptiometry, DEXA). Το πρώτο μηχάνημα DEXA εγκαταστάθηκε το 1986 στο Ερευνητικό Κέντρο Θεόδωρος Γαροφαλίδης του Νοσοκομείου Ατυχημάτων (ΚΑΤ). Σήμερα τέτοια μηχανήματα υπάρχουν σε όλη την Ελλάδα. Η εξέταση στο μηχάνημα αυτό, γίνεται με δέσμη φωτονίων (ελάχιστη ιονίζουσα ακτινοβολία) στην Οσφυϊκή Μοίρα της Σπονδυλικής Στήλης ή στο Ισχίο (διαφορετικά αποτελέσματα), στα εξής άτομα:

    Σε όλες τις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, ηλικίας μέχρι των 65 ετών που παρουσιάζουν έναν ή περισσότερους παράγοντες κινδύνου για οστεοπορωτικό κάταγμα (πλην της εμμηνόπαυσης).
    Σε όλες τις γυναίκες άνω των 65 ετών ανεξάρτητα από τους παράγοντες κινδύνου που παρουσιάζουν.
    Σε όλες τις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που έχουν υποστεί κάποιο κάταγμα (για να επιβεβαιωθεί η διάγνωση και να προσδιοριστεί η βαρύτητα της νόσου).
    Σε όλες τις γυναίκες που θα υποβληθούν σε θεραπεία για Οστεοπόρωση, εάν η οστική πυκνομέτρηση πρόκειται να βοηθήσει στην απόφαση.
    Σε όλες τις γυναίκες που ακολούθησαν θεραπεία υποκατάστασης με οιστρογόνα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
    Σε άνδρες, που έχουν παθολογικό νόσημα συνδεόμενο με οστεοπόρωση (πχ υπερθυρεοειδισμός, χρήση κορτιζόνης, σακχαρώδης διαβήτης, νεφρική ανεπάρκεια, σύνδρομα δυσαπορροφήσεως, ηπατική ανεπάρκεια, κατάχρηση αλκοόλ, κατάχρηση τσιγάρου, παρατεταμένη καθιστική ζωή, κλπ)
    Σε γυναίκες και παιδιά που έχουν έναν από τους παραπάνω παθολογικούς λόγους.
    Κάθε πότε γίνεται μέτρηση οστικής πυκνότητας: Παλιότερα (1986-2009) επικρατούσε η άποψη να γίνεται μέτρηση οστικής πυκνότητας κάθε ένα χρόνο. Το έτος 2009 δημοσιεύθηκαν δύο εργασίες που πρότειναν μετρηση κάθε τρία χρόνια. Τελικά το έτος 2012 το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας των ΗΠΑ πρότεινε κλιμακωτά μεσοδιαστήματα μέτρησης ανάλογα με τα ευρήματα της πρώτης μέτρησης. Η περίληψη της εργασίας έχει ως εξής:
    Conclusions: “Our data indicate that osteoporosis would develop in less than 10% of older, postmenopausal women during rescreening intervals of approximately 15 years for women with normal bone density or mild osteopenia, 5 years for women with moderate osteopenia, and 1 year for women with advanced osteopenia. (Funded by the National Institutes of Health.)” [8]. Μετάφραση: “Τα δεδομένα μας δείχνουν ότι η Οστεοπόρωση εκδηλώνεται σε λιγότερο από το 10% των ηλικιωμένων μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών, κατά τη διάρκεια επαναληπτικών μετρήσεων, με μεσοδιαστήματα 15 χρόνια για γυναίκες με φυσιολογική οστική πυκνότητα ή ήπια οστεοπενία, 5 χρόνια για γυναίκες με μέση οστεοπενία, και ένα έτος για γυναίκες με προχωρημένη οστεοπενία (οστεοπόρωση) (εργασία χρηματοδοτημένη από το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας των ΗΠΑ)”. Margaret L. Gourlay, et al: “Bone-Density Testing Interval and Transition to Osteoporosis in Older Women”, New England Journal of Medicine 2012; 366:225-233, January 19, 2012
    Διάγνωση Οστεοπόρωσης με μαθηματικό τύπο: Από το έτος 2001 μερικές διεθνείς δημοσιεύσεις προσπάθησαν να συσχετίσουν την οστεοπόρωση με την ηλικία και το βάρος. Τελικά κατέληξαν σε έναν απλό μαθηματικό τύπο, ο οποίος ανακοινώθηκε στο Πανελλήνιο Συνέδριο της Εταιρείας Μελέτης Μεταβολισμού των Οστών (ΕΜΜΟ) πού έγινε στο Hilton στις 22+23+24 Απριλίου 2005. Ο τύπος έχει ως εξής: (ΒΑΡΟΣ-ΗΛΙΚΙΑ) Χ 0,2 = Χ. Εάν το Χ>1 (=υγιής), +1>Χ>-3 (=ο ασθενής χρειάζεται εξέταση) και Χ<-3 (=οστεοπόρωση). Η ακρίβεια της μεθόδου είναι σχετικώς καλή.[9].

Εργαστηριακός έλεγχος

Δυστυχώς η Οστεοπόρωση δεν διαγιγνώσκεται με μια ειδική εξέταση αίματος, παρά μόνο με τη μέθοδο DEXA. To Ασβέστιο ορού αίματος δεν έχει καμμία σχέση με την Οστεοπόρωση και συνεπώς δεν αποτελεί διαγνωστικό δείκτη. Όμως, το παρακολουθούμε σε ασθενείς υπό θεραπεία για τον κίνδυνο της Υπερασβεστιαιμίας. Κατά καιρούς έχουν προταθεί διάφοροι βιοχημικοί δείκτες για τον έλεγχο και την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας ασθενών με οστεοπόρωση. Αυτοί χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: Στους δείκτες Οστικής παραγωγής και στους Δείκτες Οστικής απορρόφησης.

Α. Δείκτες Οστικής παραγωγής:

    Καρβοξυτελικό προπεπτίδιο προκολλλαγόνου τύπου Ι: Πρόκειται για ενδιάμεσο προϊόν σύνθεσης Κολλαγόνου (μέτρηση στον ορό).
    Αμινοτελικό προπεπτίδιο προκολλαγόνου τύπου Ι: Πρόκειται για ενδιάμεσο προϊόν σύνθεσης Κολλαγόνου(μέτρηση στον ορό).
    Οστεοκαλσίνη του ορού (BGP): Η Οστεοκαλσίνη είναι μια μη κολλαγονική πρωτεϊνη GLA που παράγεται αποκλειστικά από τους οστεοβλάστες και επομένως αποτελεί ένα ευαίσθητο δείκτη οστεοβλαστικής δραστηριότητας (μέτρηση στον ορό). Σε μια επιτυχή θεραπεία Οστεοπόρωσης, πρέπει η τιμή της Οστεοκαλσίνης να έχει ανοδική πορεία. Σε αντίθετη περίπτωση, είτε πρόκειται για εργαστηριακό σφάλμα - απόκλιση, είτε ότι η θεραπεία είναι ανεπιτυχής και πρέπει να τροποποιηθεί.
    Oλική Αλκαλική Φωσφατάση (ALP Total):Η Αλκαλική φωσφατάση υδρολύει τα φωσφορικά άλατα και επιτρέπει την εναπόθεση κρυστάλλων υδροξυαπατίτη επί του νεοσχηματιζομένου οστεοειδούς. Εκτός από την οστεοβλαστική δραστηριότητα υπάρχουν και άλλες αιτίες αύξησης της αλκαλικής φωσφατάσης που είναι δυνατό να καταστήσουν δύσκολη την αξιολόγησή της (μέτρηση στον ορό).
    Οστικό κλάσμα Αλκαλικής Φωσφατάσης (ALP bone): Σήμερα αναπτύχθηκαν τεχνικές μέτρησης της αλκαλικής φωσφατάσης που προέρχεται ειδικά από το οστούν (Οστικό κλάσμα, Bone Alkaline Phosphatase) (μέτρηση στον ορό).Σε μια επιτυχή θεραπεία Οστεοπόρωσης, πρέπει η τιμή της Οστικής Αλκαλικής Φωσφατάσης να έχει ανοδική πορεία. Σε αντίθετη περίπτωση, είτε πρόκειται για εργαστηριακό σφάλμα - απόκλιση, είτε ότι η θεραπεία είναι ανεπιτυχής και πρέπει να τροποποιηθεί.

B. Δείκτες Οστικής απορρόφησης:

    Υδροξυπρολίνη Ούρων: Η Υδροξυπρολίνη παράγεται από αποδόμηση του κολλαγόνου των οστών και απεκκρίνεται δια των ούρων (10%). Η συλλογή εντούτοις της Υδροξυπρολίνης των ούρων του 24ωρου για μέτρηση αποτελεί χρονοβόρο εργασία, γι' αυτό σήμερα προτιμάται η μέτρηση της σχέσης υδροξυπρολίνης-κρεατινίνης που γίνεται σε μικρή ποσότητα ούρων. Σε περιπτώσεις οστεοπόρωσης με ταχεία οστική αποδόμηση είναι δυνατό να διαπιστωθεί αύξηση του ασβεστίου και της υδροξυπρολίνης των ούρων.
    Πυριδινολίνη (μέτρηση στον ορό και στα ούρα)
    Δεοξυπυριδινολίνη (μέτρηση στον ορό και στα ούρα)
    Αμινοτελικό τελοπεπτίδιο του κολλαγόνου τύπου Ι.
    Καρβοξυτελικό τελοπεπτίδιο του κολλαγόνου τύπου Ι: CTX (= Carboxy Terminal Collagen Crosslinks). Μετράται στον ορό. Κατά τη διάρκεια θεραπείας οστεοπόρωσης, το CTX πρέπει να έχει πτωτική τάση, αλλιώς σημαίνει ότι η ασθενής δεν κάνει σωστά τη θεραπεία ή η θεραπεία είναι ανεπιτυχής και χρειάζεται αλλαγή φαρμάκων.
    Καρβοξυτελικό τελοπεπτίδιο του κολλαγόνου τύπου Ι, παραγόμενο από μεταλλοπρωτεάσες εξωκυττάριου υγρού (μέτρηση στον ορό).
    Οξινη Φωσφατάση ανθεκτική στην ταρτάτη : ACP (μέτρηση στον ορό)
    Καθεψίνη Κ (μέτηση στον ορό).

Διαφορική διάγνωση

H Οστεοπόρωση είναι γενικευμένη νόσος του μεταβολισμού των οστών. Συνήθως είναι ασυμπτωματική οπότε δεν έχει νόημα η διαφορική της διάγνωση με άλλα νοσήματα. Το πρόβλημα προκύπτει όταν εκδηλωθούν δοκιδικά κατάγματα σπονδύλων, ή συμπιεστικά κατάγματα σπονδύλων, οπότε προκαλεί ραχιαλγία και οσφυαλγία που μπορεί να θεωρηθεί λανθασμένα ως δήθεν «ψύξη» ή δισκοπάθεια. Τα υπόλοιπα κλινικά σημεία της Οστεοπόρωσης αφορούν κατάγματα μακρών οστών (κερκίδα, στέρνο, πλευρές, διατροχαντήριο του μηριαίου, υποκεφαλικό κάταγμα μηριαίου) που σε γενικές γραμμές διαγιγνώσκονται εύκολα με ακτινογραφίες. Η πλέον δύσκολη διαγνωστική περίπτωση είναι το ενσφηνωμένο οστεοπορωτικό κάταγμα του αυχένος μηριαίου σε υπερήλικα άτομα, το οποίο εύκολα διαφεύγει τη διάγνωση, γιατί ο ασθενής πονάει λίγο και μπορεί και περπατά. Πάντα σε ηλικιωμένα άτομα κάθε πόνος στη σπονδυλική στήλη και στη λεκάνη πρέπει να οδηγεί σε ακτινογραφίες.



    
Η οστεοπόρωση είναι η νόσος εκείνη του οστού που χαρακτηρίζεται από τη μείωση της οστικής μάζας. Στο οστεοπορωτικό κόκαλο παρατηρείται μεγάλη διαταραχή της μικροαρχιτεκτονικής κατασκευής του που χαρακτηρίζεται από αραίωση της πυκνότητας του , «πορώδη» (σαν σπόγγος) σύσταση και διαταραχή της συνοχής των οστικών δοκίδων . Όλα αυτά, οδηγούν στην μείωση της οστικής αντοχής στις φορτίσεις και στις δυνάμεις παραμόρφωσης που ασκούνται κάθε στιγμή, με  αποτέλεσμα τα οστά να  γίνονται εύθραυστα και ως εκ τούτου να εκδηλώνονται κατάγματα σε διάφορα σημεία του σκελετού.

Φυσιολογικό  Οστεοπορωτικό κόκαλο


Η οστεοπόρωση θεωρείται “σιωπηλή νόσος”, γιατί η οστική απώλεια προηγείται και εξελίσσεται αθόρυβα χρόνια πριν την  τελική διαμόρφωση  εκείνης της διαταραχής της ποιότητας του οστού που θα οδηγήσει το κόκαλο στα όρια του καταγματικού κινδύνου.

Το ασβέστιο του οργανισμού μας και ο σκελετός

Στην πράξη ο σκελετός είναι μια τεράστια αποθήκη ασβεστίου, όπου το ασβέστιο με την μορφή σύμπλοκων αλάτων, που σχηματίζουν κρυστάλλους , επικάθονται σε μαλακό υπόστρωμα, τον κολλαγόνο ιστό, σε συγκεκριμένες θέσεις του και με συγκεκριμένη διάταξη όπου μαζί και με άλλες ουσίες δημιουργούν την χαρακτηριστική δομή του οστίτου ιστού.



Το ασβέστιο των οστών όμως, εκτός από την συμμετοχή του ως θεμελιώδες δομικό υλικό του οστίτου ιστού , είναι και εκείνο που θα