Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.grr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr

ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ-ΙΑΤΡΙΚΗ-ΥΓΕΙΑ

ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΥΓΕΙΑΣ

 

Δρ Τάσος Βαρθολομαίος,ΜD,PhD,MFHom

Ομοιοπαθητικός - Ιατρός Ιστοπαθολόγος

 Μέλος και του Βρετανικού Ιατρικού Συλλόγου-Tακτικο Μέλος Βρετανικής Εταιρείας Ομοιοπαθητικής Ιατρικής (Faculty of Homeopathy, M.Bρετανία, MFHom)

περισσότερα more

Περιπτώσεις-Ερωτήσεις

 

Ακμή- Προλακτινωμα Υπόφυσης

 Νεαρή δασκάλα,με πολύ άσχημη μορφή ακμής στο πρόσωπό της,το οποίο ήταν παραμορφωμένο από διαπυήσεις και ουλες σε όλη του σχεδόν την έκταση,ενώ παράλληλα παρουσίαζε διαταραχές περιόδου και γαλακτόρροια.Ο εργαστηριακός έλεγχος είχε δέιξει σημαντικά αυξημένη προλακτίνη στο αίμα και ένα κυστικό όζο,πιθανόν αδένωμα και μάλιστα προλακτίνωμα στην υπόφυση,διαμετρου λίγων χιλιοστών.Η νέα αυτή παρουσίαζε τυπική ιδιοσυγκρασιακή εικόνα Tuberculinum,με προεξάρχοντα τα συγκινησιακά στοιχεία και μάλιστα προς την κατεύθυνση του ρομαντισμού,του πάθους καιτης υστερίας.Μετά από ομοιοπαθητική αγωγή λιγων σχετικά μηνών η ακμή υποχώρησε αισθητά,ενώ αποκαταστάθηκε η προλακτίνη ορού στα ανώτερα φυσιολογικά όρια και εξαφανίσθηκε ο όζος,το απεικονιστικά διεγνωσμενο σαν προλακτίνωμα μόρφωμα,της υπόφυσης.

περισσότερα more

ΚΑΡΚΙΝΟΣ-ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ

ΤΙ ΕΠΙΔΙΩΚΕΙ ΚΑΙ ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΕΤΥΧΕΙ Η  ΚΛΙΝΙΚΑ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΕΝΗ  ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ ΣΤΟΥΣ ΠΑΣΧΟΝΤΕΣ ΑΠΟ ΚΑΡΚΙΝΟ

 

Δρ Τασος Βαρθολομαίος , Κλινικός Ομοιοπαθητικός- Ιατρός Ιστοπαθολόγος

Η ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗΣ ΣΤΟΝ ΚΑΡΚΙΝΟ ΑΠΑΙΤΕΙ ΥΨΗΛΗ ΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΠΑΘΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΤΕΚΜΗΡΙΩΜΕΝΗΣ ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗΣ       

Οι φαρμακολογικές δυνατότητες  της Ομοιοπαθητικής προσφέρονται κατεξοχήν για την υποστήριξη του οργανισμού των καρκινοπαθών . Στη διαδικασία αυτή η Ομοιοπαθητική μπορεί να χρησιμοποιείται και παράλληλα με τη Συμβατική Ιατρική (χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία,κτλ).

Ο ρόλος της  Ομοιοπαθητικής Φαρμακολογίας στον Καρκίνο είναι  η ενίσχυση των μηχανισμών άμυνας του οργανισμού σύμφωνα με τα σύγχρονα δεδομένα της ανοσολογίας και η υποβοήθηση των ομοιοστατικών μηχανισμών σύμφωνα με τα σύγχρονα δεδομένα της παθολογικής φυσιολογίας.

 
 
 
 
 
 
 
Ουσιαστικά,η Κλινικά προσανατολισμένη  Ομοιοπαθητική  απευθύνεται σε εκείνους τους αμυντικους μηχανισμούς του οργανισμου,που έχουν την πλέον αποφασιστική σημασία για τον έλεγχο της εξέλιξης  του Καρκίνου και την Πρόγνωση του,για αυτο τό ίδιο το μέλλον του κάθε ενός πάσχοντος απο Καρκίνο

 

 
περισσότερα more


Ιπποκρατική Ιατρική, Ομοιοπαθητική, Σύγχρονη Ιατρική
Παθήσεις /

ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ/ΥΠΟΘΥΡΕΟΕΙΔΙΣΜΟΣ/ΥΠΕΡΘΥΡΕΟΕΙΔΙΣΜΟΣ/ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΠΟΛΥΚΥΣΤΙΚΩΝ ΩΟΘΗΚΩΝ/ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ

 

ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ  ΓΥΝΑΙΚΩΝ-ΑΝΔΡΩΝ

 

Ποιες είναι  οι αιτίες της γυναικείας στειρότητας

 

Οι σπουδαιότερες αιτίες γυναικείας στειρότητας  είναι οι ακόλουθες:

 

  • ορμονικές διαταραχές (σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, πρόωρη εμμηνόπαυση, ακατάστατη ωορηξία)

  • Η απόφραξη των σαλπίγγων μετά συνήθως από φλεγμονές (σαλπιγγίτιδες)

  • η ενδομητρίωση

  • παθήσεις της μήτρας (πχ ινομυώματα)

  • προβλήματα του τραχήλου,όπως κακη ποιότητα τραχηλική βλέννας

  • σχετικά προχωρημένη ηλικία της γυναίκας

  • ανοσολογικά αίτια (ύπαρξη αντισωμάτων προς το έμβρυο- αντισωμάτων στον ορό της γυναίκας)

  • αιτίες που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής ,όπως άγχος, κάπνισμα, αλκοόλ.

 

 

Ποιες είναι  οι αιτίες της ανδρικής στειρότητας

- Ορμονικές αιτίες απο διαταραχές σε ενδοκρινείς αδένες,που μπορεί να είναι ,όπως συνήθως, λειτουργικες ή να οφείλονται σε κάποια νόσο ή  σε εξωτερικούς  βλαπτικους παράγοντες ,όπως η ακτινοβολία κ.λ.π.

 

- Προβλήματα των όρχεων, όπως. κρυψορχία , ατελής κάθοδος του όρχι ή των όρχεων στο όσχεο, φλεγμονές (ορχίτις, επιδιδυμίτις, κ.α.),τραυματικές κακώσεις, συστηματικές παθήσεις, ύπαρξη σπερματικών αντισωμάτων και η κιρσοκήλη.

- Άλλες αιτίες που μπορούν να προκαλέσουν στειρότητα είναι οι λειτουργικές διαταραχές του ίδιου του σπερματοζωαρίου, όπως  η μειωμένη κινητικότητα, η λήψη ορισμένων φαρμάκων,οπως αναβολικά που παίρνουν οι αθλητές για να βελτιώσουν τις επιδόσεις τους, ακόμα η χρήση και εθισμός σε ορισμένες ουσίες όπως η νικοτίνη και το κάπνισμα που επηρεάζει και τον αριθμό και την κινητικότητα των σπερματοζωαρίων ή η χρήση αλκοόλ.

Ακόμα υπεύθυνα για υπογονιμότητα θεωρούνται το υπερβολικό στρες,η πολυήμερη αποχή απο το σεξ ,η στυτική δυσλειτουργία και οι διαταραχές στην εκσπερμάτιση   (πρόωρη εκσπερμάτιση, αδύνατη εκσπερμάτιση, κ.α).

 

Ποια είναι η βοήθεια που μπορεί να προσφέρει η Ομοιοπαθητική στα προβλήματα υπογονιμότητας

 

Η Ομοιοπαθητική αγωγή μπορεί να έχει θετικά, έως και άριστα ,αποτελεσματα, στις παραπάνω υπογραμμισμένες παθολογικές καταστάσεις, δεδομένου ότι τα Ομοιοπαθητικά σκευάσματα είναι οι κατεξοχήν θεραπευτικοί πληροφορικοί παράγοντες για τις νευροφυσιολογικές-ορμονικές-ψυχικές-ανοσολογικές λειτουργίες του οργανισμού και κατεξοχήν αυτές που σχετιζονται με τους γεννητικούς αδένες.

 

Βέβαια,θα πρέπει ο Ομοιοπαθητικός να έχει άριστη κατάρτιση τόσο στην Ομοιοπαθητική Φυσιολογία και Παθολογία όσο και στους παθοφυσιολογικούς μηχανισμούς που υπεισέρχονται στις διάφορες αιτίες στειρότητας,ανδρικής και γυναικείας.Επίσης θα πρέπει  να γνωρίζει να κινείται παράλληλα και αρμονικά προς τις διαδικασίες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής,οταν και όπου χρειάζεται.

 

Επίσης θα πρέπει  ο Ομοιοπαθητικός να γνωρίζει να κινείται παράλληλα και αρμονικά προς τις διαδικασίες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής,οταν και όπου χρειάζεται και συγκεκριμένα στις διαδικασιες ΕΞΩΣΩΜΑΤΙΚΗΣ ΓΟΝΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ, στις οποίες η κλινικά προσανατολισμένη Ομοιοπαθητική λειτουργεί συχνά καταλυτικά.

 

Στο 3Ο - 40% περίπου των περιπτώσεων υπογονιμότητας, αποκλειστικά υπεύθυνος είναι ο άνδρας και σε ένα επιπρόσθετο 50% υπεύθυνοι είναι και οι δυο. Ορισμός της υπογονιμότητας είναι η αποτυχία σύλληψης μετά από προσπάθειες ενός έτους χωρίς προφυλάξεις.Η εκτίμηση του υπογόνιμου άνδρα είναι γρήγορη οικονομική και μη επεμβατική.Η προσπέλαση είναι παρόμοια με κάθε προσπέλαση για την εκτίμηση κάθε ιατρικού προβλήματος. Περιλαμβάνει ένα λεπτομερές ιστορικό, κλινική εξέταση και ένα βασικό εργαστηριακό έλεγχο.

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚOΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

  • Εξέταση ούρων (πυουρία, αιματουρία)
  • Σπερμοδιάγραμμα
  • Ορμονική εκτίμηση (FSH, LH, τεστοστερόνη, οιστραδιόλη, Τ3, Τ4, TSH)

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΔΡΙΚΗΣ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΟ ΕΛΕΓΧΟ  ΤΟΥ ΣΠΕΡΜΑΤΟΣ

  • Απουσία εκσπερμάτισης.
  • Αζωοσπερμία.
  • Ολιγοσπερμία.
  • Ασθενοσπερμία.
  • Τερατοσπερμία.

Η αρχική εκτίμηση και η πρώτη διαφορική διάγνωση πιθανόν να μην καταλήξουν σε αποτέλεσμα.Τότε έχει ένδειξη πιο εξειδικευμένη έρευνα:

  • Αντισπερματικά αντισώματα.
  • Καλλιέργεια σπερματικού υγρού.
  • Λειτουργική εκτίμηση των σπερματοζωαρίων.
  • Ορχική βιοψία,βαζογραφία.
  • Υπέρηχος, triplex οσχέου
  • CT, MR πυέλου υπόφυσης.

ΑΙΤΙΕΣ ΤΗΣ ΑΝΔΡΙΚΗΣ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑΣ

Τα αποτελέσματα του ιστορικού, της φυσικής εξέτασης και των εργαστηριακών εξετάσεων θα καταστήσουν δυνατή την ταξινόμηση του ασθενούς σε μια από τις παρακάτω αιτιολογικές κατηγορίες. Σε ένα ποσοστό 25% όμως δεν βρίσκεται καμία αιτία. Τότε κατατάσονται στην κατηγορία της ιδιοπαθούς υπογονιμότητας.

1. ΕΝΔΟΚΡΙΝΙΚΕΣ Η ΠΡΟΟΡΧΙΚΕΣ

  • Ανεπάρκεια γοναδοτροπινών (σύνδρομο Kallman).
  • Mεμονωμένη ανεπάρκεια της LH(σύνδρομο του γόνιμου ευνούχου).
  • Mεμονωμένη ανεπάρκεια της FSH.
  • Συγγενή υπογοναδοτροπικά σύνδρομα.
  • Υποφυσιακή ανεπάρκεια (ογκοι, φλεγμονές, χειρουργεία, ακτινοβολίες).
  • Υπερπρολακτινεμία.
  • Εξωγενείς ορμόνες (πλεόνασμα ανδρογόνων, οιστρογόνων, υπερ-υποθυρεοειδισμός).

2. ΟΡΧΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ

  • Γοναδοτοξικοί παράγοντες.
  • Κρυψορχία.
  • Κιρσοκήλη.
  • Ιδιοπαθής.

3. ΜΕΤΟΡΧΙΚΕΣ ΑΙΤΙΕΣ

  • Συγγενής απόφραξη των πόρων (σύνδρομο young, απουσία εκσπερματιστικών πόρων).
  • Επίκτητη απόφραξη των πόρων(βασεκτομή, βουβωνοκήλη, φλεγμονή).
  • Ανωμαλίες κινητικότητας των σπερματοζωαρίων.
  • Δυσλειτουργία σεξουαλικής επαφής.

.

Η υπογονιμότητα πρέπει να διερευνάται στο ζευγάρι ως σύνολο και όχι μεμονωμένα στο άτομο, τουλάχιστο στα αρχικά στάδια. Η διερεύνηση της υπογονιμότητας γίνεται γενικά αφού συμπληρωθεί ένας χρόνος επαφών χωρίς προφύλαξη και χωρίς γονιμοποίηση. Σε περιπτώσεις όμως που υπάρχει κάποιος παράγοντας κινδύνου, όπως π.χ. ιστορικό κρυψορχίας, η διερεύνηση αρχίζει νωρίτερα.

Α. Ιστορικό - Κλινική εξέταση

Η λήψη του ιστορικού του ασθενούς είναι φυσικά το πρώτο απαραίτητο βήμα προς τη διερεύνηση της υπογονιμότητάς του. Το ιστορικό επικεντρώνεται σε ερωτήσεις του ατομικού και οικογενειακού ιστορικού και χωρίζεται σε ανδρολογικό και αναπαραγωγικό. Διερευνάται εάν η υπογονιμότητα είναι πρωτοπαθής ή δευτεροπαθής, και εάν έχει τύχει διερεύνησης στο παρελθόν.

Η κλινική εξέταση ενός ασθενούς με υπογονιμότητα δεν περιορίζεται στα γεννητικά του όργανα, αλλά και στα δευτερογενή χαρακτηριστικά του φύλου, όπως επίσης και σε ανθρωπομετρικά σημεία, όπως το ύψος, το βάρος, η κατανομή του λίπους και η μέτρηση της αρτηριακής πίεσης. Αυτά τα δεδομένα είναι χρήσιμα, γιατί οι ορμονικές διαταραχές προκαλούν διαταραχές και στα δευτερογενή χαρακτηριστικά του φύλου και η παχυσαρκία προκαλεί επίσης διαταραχές στο ορμονικό προφίλ και στη σπερματογένεση.

B. Απεικονιστικές εξετάσεις

Το υπερηχογράφημα οσχέου είναι η πρώτη και πιο σημαντική απεικονιστική εξέταση που διενεργείται σε έναν υπογόνιμο άνδρα. Με αυτή λαμβάνονται πληροφορίες για το μέγεθος και την υφή των όρχεων και των αγγείων τους, την παρουσία υποηχοϊκών περιοχών στο παρέγχυμα των όρχεων ή υγρού περιφερικά, τη μετατραυματική παρακολούθηση του οσχέου και την επιλογή θέσεων βιοψίας. Με τη βοήθεια του έγχρωμου Doppler υπερηχογραφήματος γίνεται λειτουργική μελέτη της ροής του αίματος στις σπερματικές φλέβες για τη λεπτομερέστερη διερεύνηση της κιρσοκήλης και επίσης της ροής του αίματος εντός των σηραγγωδών αρτηριών για τη διερεύνηση περιπτώσεων στυτικής δυσλειτουργίας.

 

Γ. Εργαστηριακές εξετάσεις

Παράλληλα με τη διενέργεια απεικονιστικών εξετάσεων για τη διαγνωστική προσέγγιση της ανδρικής υπογονιμότητας επιβάλλεται να γίνουν και συγκεκριμένες εργαστηριακές εξετάσεις, οι κυριότερες των οποίων είναι το σπερμοδιάγραμμα και ο ενδοκρινικός εργαστηριακός έλεγχος του ασθενούς.

 

1. Το σπερμοδιάγραμμα

Η εξέταση σπέρματος ή σπερμοδιάγραμμα είναι ειδική εξέταση, η οποία μας πληροφορεί για τις παραμέτρους του. Ανδρολογικός έλεγχος ενδείκνυται εάν το σπερμοδιάγραμμα αποκλίνει από τις τιμές αναφοράς.Πρέπει να τονιστεί ότι τα αποτελέσματα ενός σπερμοδιαγράμματος δεν μπορούν να μας οδηγήσουν σε ασφαλή συμπεράσματα, αν ένας άνδρας μπορεί να γίνει βιολογικός πατέρας ή όχι. Αυτό που τεκμαίρεται από ένα σπερμοδιάγραμμα είναι πιθανές διαταραχές της λειτουργίας του γεννητικού συστήματος και κατά μικρότερο βαθμό μία ασαφής κατηγοριοποίηση ασθενών σε άνδρες που έχουν περισσότερες ή λιγότερες πιθανότητες να επιτύχουν γονιμοποίηση.

Οι παράμετροι που εξετάζονται κατά το σπερμοδιάγραμμα είναι μακροσκοπικές, όπως η όψη, η οσμή, η ρευστοποίηση, η γλοιότητα, το pH και ο όγκος του σπέρματος και μικροσκοπικές, όπως η συγκέντρωση των σπερματοζωαρίων και ο συνολικός τους αριθμός, η ζωτικότητά τους και η κινητικότητά τους σε συγκεκριμένες ώρες από τη λήψη του δείγματος. Επιπλέον εξετάζεται η μορφολογία των σπερματοζωαρίων, η ύπαρξη συσσωρεύσεων και συγκολλήσεων, καθώς και η παρουσία υπολειμμάτων σπερματοζωαρίων ή η ύπαρξη άλλων τύπων κυττάρων.

α.

Η κινητικότητα των σπερματοζωαρίων κατατάσσεται σε τέσσερις κατηγορίες κατά τον Π.Ο.Υ.:

  • Κατηγορία Α: Ζωηρή προωθητική κίνηση
  • Κατηγορία Β: Νωθρή προωθητική κίνηση
  • Κατηγορία Γ: Μή προωθητική κίνηση
  • Κατηγορία Δ: Ακίνητα.

Στο σπερματικό πλάσμα είναι δυνατό να ανευρεθούν επίσης ερυθρά αιμοσφαίρια, τα οποία φυσιολογικά πρέπει να είναι πολύ λίγα, επιθηλιακά κύτταρα, των οποίων η ύπαρξη δεν έχει κλινική σημασία και «στρογγυλά κύτταρα». Τα λευκά στο σπέρμα συνδέονται με την παραγωγή ελεύθερων ριζών οξυγόνου (Reactive Oxygen species) που ενοχοποιούνται για την πρόκληση υπογονιμότητας και την ύπαρξη φλεγμονής στους επικουρικούς γεννητικούς αδένες με παρόμοια αποτελέσματα.

Τα σπερματοζωάρια είναι δυνατόν να παρουσιάζουν αντισώματα επάνω στην κυτταρική τους επιφάνεια. Τα αντισώματα αυτά, έχουν ως αποτέλεσμα τη συγκόλληση των σπερματοζωαρίων στην τραχηλική βλέννη και την ελαττωμένη ικανότητα των σπερματοζωαρίων για διείσδυση ή τον θάνατο των σπερματοζωαρίων. Σημαντική παράμετρος του σπερμοδιαγράμματος είναι η εκτίμηση της μορφολογίας των σπερματοζωαρίων. Το κάθε σπερματοζωάριο εξετάζεται στις τρεις περιοχές του -κεφαλή, αυχένας, ουρά- και τυχόν ανωμαλίες καταγράφονται ξεχωριστά. Το τελικό αποτέλεσμα δίνεται ως Χ ανωμαλίες ανά 100 σπερματοζωάρια.

Η μέτρηση του αριθμού των σπερματοζωαρίων είναι η πιο σημαντική παράμετρος και η πρώτη που εξετάζουν οι θεράποντες ιατροί κατά την ανάγνωση των αποτελεσμάτων του σπερμοδιαγράμματος. Ο αριθμός των σπερματοζωαρίων που ανευρίσκεται στο υπό εξέταση υλικό δίνεται ως σπερματοζωάρια ανά ml και ολικός αριθμός σπερματοζωαρίων ανά εκσπερμάτιση. Σε περίπτωση αζωοσπερμίας είναι σημαντικό να γνωρίζουμε εάν βρέθηκαν μερικά ή έστω και ένα ζωντανό ή νεκρό σπερματοζωάριο έπειτα από φυγοκέντρηση του δείγματος, λεπτομέρεια που οδηγεί σε διαφορετικές θεραπευτικές προσεγγίσεις.

 

2. Ενδοκρινικός έλεγχος

Η ενδοκρινικής αιτιολογίας ανδρική υπογονιμότητα, σύμφωνα με τα ως τώρα δεδομένα, είναι πολύ μικρό ποσοστό του συνόλου, κάτω από το 1%, ωστόσο ο έλεγχος του ορμονικού προφίλ του ασθενούς είναι απαραίτητος. Πρέπει να σημειωθεί πως με τον απλό έλεγχο που διενεργείται στην καθημερινή κλινική πράξη παίρνουμε απλώς ένα «στιγμιότυπο» της όλης ορμονικής λειτουργίας του ασθενή, το οποίο αγνοεί τη μεταβλητότητα και τις φυσιολογικές διακυμάνσεις που παρουσιάζει το σύστημα Κεντρικό Νευρικό σύστημα - υποθάλαμος - υπόφυση - όρχεις.

Μετρούμε την τεστοστερόνη, η οποία είναι η κύρια ορμόνη του άρρενος που εκκρίνεται από στον όρχι έπειτα από διέγερση των γοναδοτροπινών ορμονών LH και FSH. Παρουσιάζει ημερήσιο ρυθμό έκκρισης που οδηγεί σε υψηλότερα επίπεδα τις πρωινές ώρες και χαμηλότερα επίπεδα το βράδυ και για το λόγο αυτό ζητείται πάντα πρωινό δείγμα για τη μέτρησή της. Αποτελεί την υπεύθυνη ορμόνη για την ανάπτυξη των πρωτογενών και δευτερογενών χαρακτηριστικών του ανδρικού φύλου και οι περισσότεροι άνδρες με χαμηλά επίπεδα τεστοστερόνης είναι υπογόνιμοι. Προσδιορίζουμε επίσης και την προλακτίνη η οποία παράγεται και εκκρίνεται από την υπόφυση και από έξω-υποφυσιακές δομές, όπως ο μαστός, η μήτρα και ο πλακούντας. Υπερπρολακτιναιμία συμβαίνει φυσιολογικά μόνο στη γυναίκα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και γαλουχίας και σε οποιαδήποτε άλλη κατάσταση θεωρείται παθολογική. Στον άνδρα σε καταστάσεις υπερπρολακτιναιμίας προκαλείται υπερτροφία του μαζικού αδένα, ελάττωση της libido, ανικανότητα, ελαττωμένη παραγωγή σπέρματος και υπογονιμότητα.


Δ. Ορχική Βιοψία

Η διαγνωστική ορχική βιοψία έχει ένδειξη στους ασθενείς χωρίς εμφανείς παράγοντες (κανονική FSH και φυσιολογικός όγκος όρχεων), για να διαφοροδιαγνώσει μεταξύ αποφρακτικής και μη αποφρακτικής αζωοσπερμίας. Η ορχική βιοψία μπορεί επίσης να εκτελεστεί και ως τμήμα μιας θεραπευτικής διαδικασίας στους ασθενείς που αποφασίζουν να υποβληθούν σε μικρογονιμοποίηση (ICSI).

Η σπερματογένεση μπορεί να είναι εστιακή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ένα ή περισσότερα σπερματικά σωληνάρια παρουσιάζουν σπερματογένεση, ενώ άλλα όχι. Περίπου 50-60% των ατόμων με μη αποφρακτική αζωοσπερμία έχει μερικά σπερματικά σωληνάρια με σπερματοζωάρια που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για ICSI.

Η διαγνωστική βιοψία είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί με αναρρόφηση μέσω λεπτής βελόνης είτε με την ανοιχτή μέθοδο, κατά την οποία χρειάζεται νάρκωση στο χειρουργείο, είτε μικροχειρουργικά που είναι η τεχνική επιλογής καθώς με τη βοήθεια χειρουργικού μικροσκοπίου παρουσιάζει άριστα αποτελέσματα, επιτυγχάνοντας ανάκτηση σπερματοζωαρίων σε 50-60% των περιπτώσεων.

Ε. Μοριακός και κυτταρογενετικός έλεγχος

Στις περιπτώσεις που υποπτεύεται ο θεράπων ιατρός γενετικά αίτια υπογονιμότητας μπορεί να ζητήσει τον προσδιορισμό του καρυότυπου του ασθενούς. Με αυτόν τον τρόπο ελέγχονται χρωμοσωμικές ανωμαλίες, αυτοσωματικές ή φυλοσύνδετες ή μικρο-ελλείψεις του χρωμοσώματος Υ. Περίπου 6% των υπογόνιμων ατόμων παρουσιάζουν ανωμαλίες χρωμοσωμάτων στην ανάλυση του καρυότυπου.

 

 

Η Ομοιοπαθητική έχει συχνά σημαντικά αποτελέσματα στην Υπογονιμότητα, εφόσον τα αίτια της είναι λειτουργικά, παθοφυσιολογικά ή ψυχοφυσιολογικά ,ενώ και η συμμετοχή της σε παθήσεις με ανατομικές βλάβες οργάνων μπορεί να είναι αρκετές φορές αξιόλογη.


Ο σχεδιασμός για την Ομοιοπαθητική συνταγογράφηση   λαμβάνει υπόψιν:

 

  1. Tα αίτια της Υπογονιμότητας σύμφωνα με τον συμβατικό ιατρικό κλινικοεργαστηριακό έλεγχο
  2. Το ατομικό ιστορικό με έμφαση στους λειτουργικούς συσχετισμους της υπογονιμότητας με την προγούμενη και την παρούσα παθολογία όλου του οργανισμου για διευκρίνιση των παθογενετικών μηχανισμών
  3. Την παρούσα συνολική κατάσταση υγείας,φυσικής και ψυχολογικής, όλου του οργανισμού
  4. Τις μείζονες στρεσσιγόνες συνθηκες ,ιδιαίτερα των τελευταίων ετών,από φυσικούς ή κοινωνικους παράγοντες
  5. Την ιδιοσυγκρασία του προσώπου με υπογονιμότητα
  6. Την κληρονομικότητα και τις προδιαθέσεις νόσου(πχ μακροχρόνια χρήση φαρμάκων,καταπιεση εκδηλώσεων του αμυντικού μηχανισμού με έμφαση στο ουροποιογεννητικό σύστημα,κ.α)

 

Υψηλή είναι η αποτελεσματικότητα της Ομοιοπαθητικής στις  ακόλουθες αιτίες  ανδρικής στειρότητας:

-Σε ορμονικές αιτίες απο διαταραχές σε ενδοκρινείς αδένες,που μπορεί να είναι ,όπως συνήθως, λειτουργικες ή να οφείλονται σε κάποια νόσο ή  σε εξωτερικούς  βλαπτικους παράγοντες ,όπως η ακτινοβολία κ.λ.π.,

-Σε φλεγμονές (ορχίτις, επιδιδυμίτις, προστατίτις,κ.α.)

-Σέ υπερβολικό στρες , στυτική δυσλειτουργία, διαταραχές στην εκσπερμάτιση   (πρόωρη εκσπερμάτιση, αδύνατη εκσπερμάτιση, κ.α)

Υψηλή επίσης είναι η αποτελεσματικότητα της Ομοιοπαθητικής στις  ακόλουθες αιτίες γυναικείας  στειρότητας:

  -Σε ορμονικές διαταραχές (σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, πρόωρη εμμηνόπαυση, ακατάστατη ωορηξία,κ.α)

-Σε χρονια λειτουργικά  προβλήματα του τραχήλου,όπως κακη ποιότητα τραχηλική βλέννας,χρόνια τραχηλίτιδα,χρόνια σύσπαση του τραχηλικού στομίου,κ.α

-Σε    σχετικά προχωρημένη ηλικία της γυναίκας

-Σε   ανοσολογικά αίτια (ύπαρξη αντισωμάτων )

-Σε αιτίες που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής ,όπως άγχος, κάπνισμα, αλκοόλ.

 

Η Ομοιοπαθητική αγωγή μπορεί να έχει έως και άριστα  αποτελεσματα στις παραπάνω παθολογικές καταστάσεις, δεδομένου ότι τα Ομοιοπαθητικά σκευάσματα είναι οι κατεξοχήν θεραπευτικοί πληροφορικοί παράγοντες για τις νευροφυσιολογικές-ορμονικές-ψυχικές-ανοσολογικές λειτουργίες του οργανισμού και κατεξοχήν για αυτές που σχετιζονται με τους γεννητικούς αδένες.Βέβαια, θα πρέπει ο Ομοιοπαθητικός να έχει άριστη κατάρτιση τόσο στην Ομοιοπαθητική Φυσιολογία και Παθολογία όσο και στους παθοφυσιολογικούς μηχανισμούς που υπεισέρχονται στις διάφορες αιτίες στειρότητας, ανδρικής και γυναικείας.

Τροποποιημένος φυσικός κύκλος

Ο τροποποιημένος φυσικός κύκλος είναι μια καινούργια μέθοδος  και αφορά γυναίκες οι οποίες έχουν φτωχή ανταπόκριση με την ορμονική διέγερση των ωοθηκών δηλαδή παράγουν λίγα ωάρια καθώς και γυναίκες με αυξημένη FSH οι οποίες όμως έχουν ωορρηκτικούς κύκλους.

Στην μέθοδο αυτή γινεται ωοληψία κάθε μήνα του ωαρίου που παράγει η γυναίκα από μόνη της και το οποίο γονιμοποιείται με το σπέρμα του συζύγου. Εάν το έμβρυο που δημιουργηθεί είναι καλής ποιότητας τότε καταψύχεται και επαναλαμβάνεται η ίδια διαδικασία μέχρι να υπαρχουν τουλάχιστον τρία καλά έμβρυα τα οποία μεταφέρονται στην μήτρα.

Αυτή η μέθοδος απευθυνεται σε γυναίκες που δεν παράγουν πολλά ωάρια για διάφορους λόγους με την κανονική εξωσωματική καθώς και σε γυναίκες που η FSH είναι αυξημένη και η anti-mullerian (AMH) είναι ελαττωμένη.

Η γυναίκα με αυτή την μέθοδο δεν επιβαρύνεται καθόλου με ορμόνες και δεν υπάρχει καμία επίπτωση στον οργανισμό της.
Η πρόκληση ωορρηξίας εφαρμόζεται σε γυναίκες οι οποίες δεν παράγουν ωάρια στον φυσικό τους κύκλο (στις πιο πολλές περιπτώσεις γυναίκες με πολυκυστικές ωοθήκες) καθώς και σε περιπτώσεις που θέλουμε μία γυναίκα να παράγει περισσότερα από ένα ωάρια και συνήθως συνδυάζεται με σπερματέγχυση.


Αντιμετώπιση της υπογονιμότητας με πρόκληση Ωορρηξίας

Η πρόκληση ωορρηξίας γίνεται είτε με χάπια (κιτρική κλομιφαίνη, femara) είτε με ενέσιμα ορμονικά σκευάσματα (γοναδοτροφίνες).Η γυναίκα λαμβάνει την θεραπεία από την ημέρα που θα συστήσει ο ιατρός και στην συνέχεια παρακολουθείται υπερηχογραφικά για την ανάπτυξη των ωοθυλάκιων.Στην περίπτωση που η γυναίκα παράγει περισσότερα του ενός ωάρια υπάρχει  αυξημένη πιθανότητα για πολύδυμη κύηση(δίδυμα, τρίδυμα).

Η Ομοιοπαθητική μπορεί να βοηθήσει σημαντικά σε όλες τις διαδικασίες,τοσο της κανονικής εξωσωματικής όσο και του τροποποιημένου φυσικου κύκλου και της αντιμετώπισης της υπογονιμότητας με πρόκληση ωορρηξίας.

 

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΞΩΣΩΜΑΤΙΚΗΣ ΓΟΝΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ

 

Η Εξωσωματική Γονιμοποίηση είναι η γνωστότερη μέθοδος στον τομέα της Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής, η οποία περιλαμβάνει τη γονιμοποίηση του ωαρίου και την επώασή του στο εργαστήριο. Η εξωσωματική γονιμοποίηση έχει τα ακόλουθα βήματα:

Διέγερση των ωοθηκών με κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή

Αρχικά δίδονται φάρμακα που καταστέλλουν την έκκριση της ορμονών FSH και LH, οι οποίες θεωρούνται υπεύθυνες για την ανάπτυξη των ωοθυλακίων (ωαρίων) και την ωορρηξία (φάση καταστολής). Στη συνέχεια χορηγούνται γοναδοτροπίνες (φάση διέγερσης), προκειμένου να αναπτυχθούν πολλαπλά ωοθυλάκια. Σε όλη τη διάρκεια της φάσης αυτής γίνεται παρακολούθηση με διακολπικά υπερηχογραφήματα και μέτρηση ορμονών.

Συλλογή Ωαρίων

Η διέγερση ολοκληρώνεται όταν τα ωοθυλάκια αποκτήσουν το κατάλληλο μέγεθος (διάμετρος μεταξύ 18-20mm) και έτσι προσδιορίζεται η ημέρα και η ώρα της ωοληψίας.  Η ωοληψία πραγματοποιείται διακολπικά με τη βοήθεια υπερηχογραφικής. Η μέθοδος είναι ανώδυνη και απαιτεί απλά ανάπαυση μετά το τέλος της για 30 λεπτά με 1 ώρα. Την ίδια ημέρα συλλέγεται και το σπέρμα του συζύγου σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο. Το δείγμα επεξεργάζεται κατάλληλα ώστε να γίνει η γονιμοποίηση.

Γονιμοποίηση

Η γονιμοποίηση των ωαρίων γίνεται είτε με τη μέθοδο της κλασσικής εξωσωματικής (IVF), είτε με τη μέθοδο της μικρογονιμοποίησης (ICSI) ανάλογα με τις παραμέτρους του σπέρματος και το ιστορικό του ζευγαριού.

 

Κλασσική εξωσωματική γονιμοποίηση IVF (In Vitro Fertilization)

Μετά την ωοληψία, τα ωάρια τοποθετούνται σε επωαστή ρυθμισμένο σε ειδικές συνθήκες καλλιέργειας κυττάρων. Την ίδια μέρα, στο εργαστήριο, προστίθενται σε ένα τρυβλίο ένας συγκεκριμένος αριθμός σπερματοζωαρίων για κάθε ωάριο.Ένα σπερματοζωάριο θα διεισδύσει σε ένα ωάριο και έτσι γονιμοποιείται το ωάριο. Η παρουσία 2 προπυρήνων και 2 πολικών σωματίων μετά από 16 ως 20 ώρες, επιβεβαιώνει την επιτυχημένη γονιμοποίηση.

 

Μικρογονιμοποίηση ICSI (Ιntracytoplasmic Sperm Injection)

Τα ωάρια μετά την ωοληψία καθαρίζονται από τα κύτταρα που τα περιβάλλουν και μόνο τα ώριμα ωάρια επιλέγονται για μικρογονιμοποίηση.

Σε ένα σύστημα μικροχειριστηρίου, ένα σπερματοζωάριο αναρροφάται στην ειδική μικροπιπέτα και μετά εισάγεται μέσα στο ωάριο. Το γονιμοποιημένο ωάριο ακολούθως φυλάσσεται σε συνθήκες καλλιέργειας κυττάρων σε επωαστή. Συνήθεις ενδείξεις για εφαρμογή του ICSI είναι:

    Ο χαμηλός αριθμός σπερματοζωαρίων μετά την επεξεργασία, λιγότερο από 1,0 εκατομμύριο ανά ml κινητά σπερματοζωάρια

    Η συνεχής παρουσία διάφορων κυττάρων στο σπέρμα, λόγο χρόνιας φλεγμονής

    Οι αυξημένες συγκολλήσεις των σπερματοζωαρίων

    Πολλές αποτυχημένες προσπάθειες εξωσωματικής

Παραλλαγές της Μικρογονονιμοποίησης αποτελούν οι μέθοδοι γονιμοποίησης IMSI & PICSI

Μέθοδος IMSI

Στην IMSI, με τη βοήθεια ειδικών φακών στα μικροσκόπια επιτυγχάνεται μικροσκόπηση υψηλής ανάλυσης και μεγένθυνσης. Έτσι, υπάρχει λεπτομερής απεικόνιση της κεφαλής και της μορφολογίας των σπερματοζωαρίων και μόνο τα μορφολογικά αρτιότερα από αυτά χρησιμοποιούνται για τη γονιμοποίηση των ωαρίων.

Μέθοδος PICSI

Τρόπος γονιμοποίησης που είναι βασισμένος στην φυσιολογία σπέρματος και ωοκυττάρων, εξ αυτού και η ονομασία Φυσιολογικό ICSI (Physiological ICSI, PICSI). Η μέθοδος αυτή επιτρέπει επιλογή,για τη γονιμοποίηση, σπερματοζωαρίων με σαφώς μειωμένες χρωμοσωμιακές ανωμαλίες και σημαντική βελτίωση της ωρίμανσης του πυρήνα τους.

Επώαση των εμβρύων στο εργαστήριο

Την επόμενη ημέρα (Ημέρα 1η), οι εμβρυολόγοι ενημερώνουν για τον αριθμό των γονιμοποιημένων ωαρίων και το ρυθμό ανάπτυξής τους.  Σε περιπτώσεις που ο αριθμός των γονιμοποιημένων ωαρίων είναι μεγάλος, υπάρχει η δυνατότητα κρυοσυντήρησης σε υγρό άζωτο για χρήση τους από το ζευγάρι στο μέλλον. Η επώαση των γονιμοποιημένων ωαρίων συνεχίζεται και ακολουθεί η εμβρυομεταφορά κατά τη 2η ή 3η ημέρα της επώασής τους.

Επώαση βλαστοκύστεων

Σε ορισμενες περιπτώσεις η εμβρυομεταφορά (ΕΤ) πραγματοποιείται την 5η ή 6η ημέρα επώασης των εμβρύων όταν αυτά βρίσκονται στο στάδιο της βλαστοκύστης. Σε αυτό το στάδιο το κάθε έμβρυο έχει περίπου 120 κύτταρα και είναι το ανώτερο εξελικτά στάδιο που μπορούν να φτάσουν τα έμβρυα στο εργαστήριο (in vitro). Η επιλογή της ημέρας ΕΤ την 5η ή 6η ημέρα έχει πολλαπλούς στόχους:

    Την φυσική και καλύτερη επιλογή των ή του εμβρύου που θα γίνει η ΕΤ

    Τον καλύτερο συγχρονισμό εμβρύων-ενδομητρίου

    Την αποφυγή εμφάνισης του συνδρόμου υπερδιέγερσης των ωοθηκών

    Την διερεύνηση των αιτιών αποτυχίας σε περιπτώσεις επαναλαμβανόμενων αποτυχημένων προσπαθειών Εξωσωματικής Γονιμοποίησης.

 

Προϋπόθεση για την επιλογή της ημέρας εμβρυομεταφοράς αποτελεί η ποιότητα και η μορφολογική εικόνα των εμβρύων την 3η ημέρα της επώασης.

Διάνοιξη διαφανούς ζώνης

Η διαφανής ζώνη προφυλάσσει το αναπτυσσόμενο έμβρυο από μολύνσεις και συγκρατεί τα αρχικά κύτταρα όταν είναι αυτόνομα. Όσο το έμβρυο εξελίσσεται και μετά το στάδιο του μοριδίου (morula) η ζώνη αρχίζει να λεπταίνει και στο στάδιο της βλαστοκύστης διασπάται για να επιτευχθεί η εκκόλαψη και στη συνέχεια η κύηση.Πιθανολογείται ότι με την πολλαπλή ωρίμανση των ωοθυλακίων, τη φαρμακευτική αγωγή, την κρυοσυντήρηση κ.α. η ζώνη είναι αρκετά πιο συμπαγής και διασπάται πιο δύσκολα με τον φυσικό τρόπο.

Προεμφυτευτική Γενετική Διάγνωση

Σε περιπτώσεις βεβαρημένου ιστορικού με γενετικές ασθένειες (π.χ. Μεσογειακή αναιμία, κυστική ίνωση, φυλοσύνδετη νόσος) είναι δυνατή η χρήση προεμφυτευτικής διάγνωσης (PGD) μετά τη γονιμοποίηση του ωαρίου και πριν την εμβρυομεταφορά, όταν το έμβρυο βρίσκεται στο στάδιο των 6-8 κυττάρων.  Κατά την ευαίσθητη αυτή διαδικασία απομονώνονται 1-2 κύτταρα (βλαστομερίδια) από τα έμβρυα και ακολουθεί γενετική ανάλυση για τον εντοπισμό των "υγιών" εμβρύων (που δε φέρουν γενετικές ανωμαλίες).

Εμβρυομεταφορά

Μια προσπάθεια εξωσωματικής γονιμοποίησης ολοκληρώνεται με την εμβρυομεταφορά, τη μεταφορά δηλαδή των καλύτερων ποιοτικά εμβρύων στη μήτρα της γυναίκας. Η ακριβής ημέρα της εμβρυομεταφοράς (2η, 3η ημέρα ή στάδιο βλαστοκύστης ) επιλέγεται ανάλογα με τον αριθμό, την ποιότητα και το βαθμό ανάπτυξης των εμβρύων, το ιστορικό υπογονιμότητας και την ηλικία της γυναίκας.

 

Αποτέλεσμα της προσπάθειας

Ανεξάρτητα από την τεχνική Εξωσωματικής Γονιμοποίησης που ακολουθήθηκε στο εμβρυολογικό εργαστήριο (απλή γονιμοποίηση -IVF, ICSI, PICSI ή PGD) το αποτέλεσμα της προσπάθειας εξακριβώνεται 10-12 ημέρες μετά την εμβρυομεταφορά με μία απλή αιμοληψία. Σε περίπτωση θετικού αποτελέσματος η αιμοληψία επαναλαμβάνεται 3 ημέρες μετά και ακολουθεί ο πρώτος υπερηχογραφικός έλεγχος της κύησης περίπου ένα μήνα μετά την ημέρα της ωοληψίας.

ΘΥΡΕΟΕΙΔΗΣ

(Υποθυροειδισμός-Hashimoto/ Υπερθυροειδισμός-Graves

Οι βασικές διαταραχές του θυρεοειδή διαιρούνται μορφολογικές και τις λειτουργικές. Στις πρώτες υπάγονται οι ανατομικές διαταραχές, όπως οι βρογχοκήλες (κάθε διόγκωση του θυρεοειδή αδένα), οι όζοι του θυρεοειδή (τοπικές διογκώσεις του αδένα) και τα νεοπλάσματα του θυρεοειδή (καλοήθη και κακοήθη).Στις δεύτερες υπάγονται ο υποθυρεοειδισμός και ο υπερθυρεοειδισμός.

 

Για τον έλεγχο του θυρεοειδή χρησιμοποιούμε το ιστορικό, την κλινική και την εργαστηριακή εξέταση. Το υπερηχογράφημα και το σπινθηρογράφημα χρησιμοποιούνται για τον μορφολογικό έλεγχο του θυρεοειδή αδένα, ενώ οι ορμονικοί προσδιορισμοί(TSH,T3,T4,Free T3,Free T4) χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο της λειτουργίας του .Παραλληλα γίνεται σχετικός ανοσολογικός έλεγχος(anti-TPO,anti-Tg).

 

ΠΟΛΥΚΥΣΤΙΚΕΣ ΩΟΘΗΚΕΣ-ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ

 

Συνδρομο Πολυκυστικων ωοθηκών

Το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών είναι μια συνηθισμένη κατάσταση που χαρακτηρίζεται από ακανόνιστα διαστήματα περιόδου, υπερβολική τριχοφυΐα και παχυσαρκία. Το όνομα σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών προέρχεται από την εμφάνιση των ωοθηκών που έχουν μεγάλο μέγεθος με πολλές κύστεις (πολυκυστικές).

To σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών είναι η κύρια αιτία της υπογονιμότητας στις γυναίκες. Η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών μπορεί να βοηθήσει στη μείωση του κινδύνου των μακροπρόθεσμων επιπλοκών, οι οποίες περιλαμβάνουν τον διαβήτη και κάποιες καρδιακές παθήσεις.
Ποιά είναι τα συμπτώματα

Οι γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών έχουν αρκετά από τα παρακάτω συμπτώματα:

•Διαταραχές ή και διακοπή της περιόδου. Η κατάσταση αυτή μπορεί να αρχίσει στην εφηβεία με την έναρξη της εμμήνου ρύσεως, ή μπορεί να εμφανιστεί αργότερα.

•Μακριές και χονδρές τρίχες στο πρόσωπο, στο στήθος, στην κοιλιακή χώρα, τα πόδια

•Ακμή

•Υπογονιμότητα.

•Παχυσαρκία.

•Προδιαβήτης ή διαβήτης τύπου 2.

•Σκούρα επιδερμίδα στον αυχένα το λαιμό, το εσωτερικό των μηρών, του αιδοίου ή των μαστών.

Επιπλέον, τα ακόλουθα είναι πιθανό να υπάρχουν:

•Υψηλή αρτηριακή πίεση

•Υψηλή χοληστερόλη

•Αυξημένα επίπεδα C-αντιδρώσας πρωτεΐνης, η οποία μπορεί να σχετίζεται με καρδιαγγειακά προβλήματα

•Μη αλκοολική στεατοηπατίτιδα

•Σύνδρομο υπνικής άπνοιας
Πού οφείλεται

Στο σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, το σώμα παράγει υπερβολικές ποσότητες ανδρογόνων και υπάρχουν διαταραχές και στις γυναικείες ορμόνες με αποτέλεσμα η ωορρηξία να εμφανίζεται λιγότερο συχνά από το φυσιολογικό ή και καθόλου. Αυτό εκδηλώνεται σαν ακανόνιστα διαστήματα περιόδου ή και διακοπή της περιόδου.
Πώς γίνεται η διάγνωση

Η διάγνωση επιτυγχάνεται με την πλήρη φυσική εξέταση, συμπεριλαμβανομένης της εξέτασης της πυέλου, και άλλες εξετάσεις όπως:

•εξετάσεις αίματος για τη μέτρηση των επιπέδων των πολλών ορμονών, σακχάρου και θυρεοειδους

•υπερηχογράφημα πυέλου (μήτρας και ωοθηκών)για τον έλεγχο των ωοθηκών και το πάχος του τοιχώματος της μήτρας σας
Πώς θεραπεύεται


Έχοντας σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών παρουσιάζετε αυξημένο κίνδυνο για:

•διαβήτη τύπου 2

•υψηλή αρτηριακή πίεση

•αύξηση των τριγλυκεριδίων

•μειωμένη λιποπρωτεΐνη υψηλής πυκνότητας (HDL) χοληστερόλη, η λεγόμενη “καλή” χοληστερίνη

•καρδιαγγειακές παθήσεις

•μεταβολικό σύνδρομο, ένα σύμπλεγμα από σημεία και συμπτώματα που δείχνουν σημαντικά αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου

•αιμορραγία της μήτρας

•καρκίνου της μήτρας (ενδομητρίου)

•διαταραχές κυήσεως

 

Aκράτεια


Η ακράτεια είναι ένα κλινικό σύμπτωμα που προκαλείται όταν πάθει βλάβη κάποιο μέρος του ουροποιητικού συστήματος, το οποίο περιλαμβάνει τα δύο νεφρά, τους δύο ουρητήρες, την ουροδόχο κύστη και την ουρήθρα με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να συγκρατήσουμε τα ούρα.
Τα συμπτώματα της ακράτειας
•μερική ή ολική μη ηθελημένη απώλεια ούρων
•λόγω της δυσάρεστης αυτής κατάστασης παρατηρείται κοινωνική απομόνωση
Πού οφείλεται η ακράτεια
•στη χαλάρωση των μυών που περιβάλλουν τον αυχένα της κύστης (μετά την εγκυμοσύνη)
•στην ιδιοπαθή ασταθή κύστη (ξαφνική επιθυμία για ούρηση που δεν αναστέλλεται πριν φτάσουμε στην τουαλέτα)
•στην ευερέθιστη ουροδόχο κύστη που εμφανίζεται μετά την εμμηνόπαυση (κύστη που δεν αντέχει την παραμικρή ποσότητα ούρων και αρχίζει να συσπάται)
•στην αυξημένη πίεση στο εσωτερικό της κοιλιάς από φτέρνισμα, βήχα








Διαταραχές έμμηνης  ρύσης

Οι διαταραχές της εμμήνου ρύσεως μπορεί να σχετίζονται με τα χρονικά διαστήματα μεταξύ των έμμηνων ρύσεων, με την ποσότητα του αίματος, με τα συνοδά συμπτώματα. Παρακάτω περιγράφονται μερικά συχνά προβλήματα.
 Ακανόνιστες περίοδοι
Συνήθως μεταξύ των διαδοχικών περιόδων μεσολαβούν 24-35 μέρες και η αιμορραγία διαρκεί 2-7 ημέρες. Τα διαστήματα αυτά μπορεί να ποικίλλουν από γυναίκα σε γυναίκα είναι όμως πάντα σχεδόν τα ίδια από κύκλο σε κύκλο της ίδιας γυναίκας. Αν υπάρχουν μεταβολές τότε αυτό συνήθως υποδηλώνει μια πρόσκαιρη ορμονική διαταραχή. Μπορεί να οφείλονται σε στρες, κατάθλιψη, αλλά και σε σοβαρές χρόνιες νόσους. Η έντονη άσκηση ή απώλεια βάρους μπορούν επίσης να οδηγήσουν σε ακανόνιστες περιόδους. Προσοχή πρέπει να δοθεί στον αποκλεισμό από το γυναικολόγο καταστάσεων όπως οι πολυκυστικές ωοθήκες, η ενδομητρίωση ή εγκυμοσύνη με ακανόνιστες αιμορραγίες. Αν η περίοδος έρθει αργά, υπάρχει μεγάλη αιμορραγία και κοιλιακός πόνος μπορεί να πρόκειται για έκτοπη κύηση και πρέπει να αναζητηθεί αμέσως ιατρική βοήθεια.


Αμηνόρροια
Τί ορίζουμε ως αμμηνόρροια
Την απουσία έμμηνου ρύσεως για 3 μήνες τουλάχιστον σε γυναίκες που κανονικά θα έπρεπε να είχαν περίοδο. Υπάρχουν δύο τύποι αμηνόρροιας: η πρωτοπαθής και η δευτεροπαθής. Αν μια κοπέλα δεν έχει εμφανίσει έμμηνο ρύση ως την ηλικία των 16 ετών τότε λέμε ότι πάσχει από πρωτοπαθή αμηνόρροια. Αν ενώ έχει εμφανίσει έμμηνο ρύση αυτή διακοπεί για 3 μήνες ή περισσότερο τότε μιλάμε για δευτεροπαθή αμηνόρροια.

Οι ορμονικές μεταβολές μπορούν να είναι αίτιο πρωτοπαθούς ή δευτεροπαθούς αμηνόρροιας. Αυτές μπορεί να οφείλονται σε άγχος ή κατάθλιψη, νευρική ανορεξία, υπερβολική άθληση και απώλεια βάρους (π.χ. αθλητές, μπαλαρίνες). Η πρωτοπαθής αμηνόρροια μπορεί να οφείλεται και σε χρωμοσωμική ανωμαλία, σε άτρητο παρθενικό υμένα ή σε συγγενή έλλειψη μήτρας (που είναι όμως μια πολύ σπάνια κατάσταση). Η δευτεροπαθής αμηνόρροια παρατηρείται σε βλάβες της υπόφυσης όπως το προλακτίνωμα, σε πρόωρη εμμηνόπαυση (πριν τα 35), σε πολυκυστικές ωοθήκες, και μετά από χημειοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία. Πρέπει κανείς να έχει υπόψιν ότι σε κάποιες καταστάσεις η έμμηνος ρύση σταματά χωρίς αυτό να είναι παθολογικό, όπως στην εγκυμοσύνη, κάποιους μήνες μετά τον τοκετό, κατά τη διάρκεια του θηλασμού, για λίγο διάστημα μετά τη διακοπή λήψης αντισυλληπτικών.

Μηνορραγία
Τί είναι η μηνορρραγία
Η αιμορραγία που συνοδεύει την περίοδο είναι εντονότερη από ότι συνήθως, απαιτώντας συχνή αλλαγή σερβιέτας ή ταμπόν ή μπορεί και να μην ελέγχεται καν με αυτά. Συχνά παρατηρείται και σχηματισμός πηγμάτων αίματος.
Μπορεί να οφείλεται σε ινομυώματα ή πολύποδες της μήτρας, ενδομητρίωση, λοιμώξεις της πυέλου ή καρκίνο της μήτρας. Μπορεί επίσης να είναι παρενέργεια από το ενδομήτριο σπείραμα (σπιράλ) που τοποθετείται στη μήτρα για αντισύλληψη. Κάποιες φορές συνοδεύει τον υποθυρεοειδισμό ενώ οι παχύσαρκες βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο.
Πώς γίνεται η διάγνωση
Υπερηχογράφημα για ανίχνευση ινομυωμάτων, πολυπόδων ή καρκίνου της μήτρας. Υστεροσκόπηση και λήψη υλικού του ενδομητρίου για εξέταση, σε κάποιες περιπτώσεις.

 

Oζοι θυρεοειδούς

Οι όζοι του θυρεοειδούς είναι ένα από τα πιο συχνά προβλήματα τού θυρεοειδούς.Η συχνότητα των όζων ,με βαση τα ευρήματα από  το υπερηχογράφημα φθάνει σχεδόν το 50%. Ο όζος είναι μια τοπική διόγκωση του θυρεοειδούς. Μπορεί σε έναν θυρεοειδή να υπάρχει ένας ή και περισσότεροι όζοι και τότε μιλάμε για πολυοζώδη βρογχοκήλη.Σε κάθε περίπτωση όζου του θυρεοειδούς είναι απαραίτητη μια  συστηματική κλινική και εργαστηριακή διερεύνηση.

Για τον σκοπό αυτόν σημαντικό ρόλο παίζει πρώτα από όλα το Ομοιοπαθητικό ιστορικό του ασθενούς .Από το τυπικό ιατρικό ιστορικό λαμβάνεται υπόψη το φύλο, η ηλικία, το οικογενειακό ιστορικό, πιθανή ακτινοβολία στην περιοχή της κεφαλής ή του τραχήλου, το αν ένας όζος μεγαλώνει γρήγορα, αν υπάρχουν συμπτώματα δύσπνοιας, δυσφωνίας, δυσφαγίας, υπερθυρεοειδισμού ή  υποθυρεοειδισμού.Αξιοσημείωτο είναι ότι οι περισσότεροι όζοι είναι ασυμπτωματικοί.

Η σημαντικότερη εξέταση είναι ο προσδιορισμός της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (TSH). Η ορμόνη αυτή ελέγχει τη λειτουργία του θυρεοειδούς. Αυξάνεται πολύ όταν ο θυρεοειδής υπολειτουργεί και ελαττώνεται πολύ όταν ο θυρεοειδής υπερλειτουργεί. Αν τη βρούμε χαμηλή σε όζο του θυρεοειδούς ή σε πολυοζώδη βρογχοκήλη, τότε η πιθανότητα υπερλειτουργίας των όζων είναι μεγάλη και αυτό θα επιβεβαιωθεί μόνο με σπινθηρογράφημα του θυρεοειδούς.Χρήσιμη είναι ακόμα η μέτρηση των ορμονών που παράγει ο θυρεοειδής, της θυροξίνης (Τ4), της τριιωδοθυρονίνης (Τ3) και της καλσιτονίνης (CT). Πρέπει ακόμα να προσδιορισθούν τα αντιθυρεοειδικά αυτοαντισώματα (αντιΤPO και αντιTG) τα οποία μας δείχνουν  αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα (Hashimoto) ή εξέλιξη τουλάχιστον προς αυτήν. Μερικές φορές μπορεί να υπάρχει μέσα στον θυρεοειδή αδένωμα παραθυρεοειδούς, που μοιάζει με όζο θυρεοειδούς. Γι’ αυτό πρέπει να προσδιορίζεται και η παραθορμόνη (PTH), καθώς και το ασβέστιο (Ca) και ο φώσφορος (P) αίματος.

 

Το υπερηχογράφημα είναι η βασική εξέταση για τους όζους του θυρεοειδούς. Υπερηχογράφημα πρέπει να γίνεται σε όλους τους ασθενείς στους οποίους βρέθηκε τυχαία κάποιος όζος .Ένα καλό υπερηχογράφημα τις περισσότερες φορές είναι αρκετό για να αποκλειστεί η το ενδεχόμενο κακοήθειας. Οι πληροφορίες που μας δίνει το υπερηχογράφημα είναι πολύ σημαντικές. Έτσι μπορούμε να διαπιστώσουμε τη θέση, το μέγεθος, το σχήμα, τα όρια, τη σύσταση, το περιεχόμενο, την ηχογένεια και την αγγείωση των όζων.

 

 

Το υπερηχογράφημα δεν είναι αρκετό για όλες τις περιπτώσεις, γι’ αυτό σε επιλεγμένες περιπτώσεις είναι απαραίτητη η παρακέντηση του όζου και η αναρροφητική βιοψία (FNA).Αν, πάλι, στο σπινθηρογράφημα διαπιστωθεί θερμός όζος, τότε δεν χρειάζεται να γίνει  FNA,   γιατί ο θερμός όζος πολύ σπάνια είναι καρκίνωμα.Γι’ αυτό και είναι πολύ χρήσιμο ένα σπινθηρογράφημα πριν από τη FNA.Μια παράμετρος που θεωρείται σημαντική είναι η διάμετρος του όζου. Καταρχήν γίνεται παρακέντηση πρώτιστα στους όζους που έχουν διάμετρο πάνω από 10 χιλ. ,ενώ δεν γίνεται παρακέντηση στους θερμούς όζους.


Υπερθυρεοειδισμός


Πρόκειται για μια λειτουργική διαταραχή του θυρεοειδή κατά την οποία αυτός υπερλειτουργείου. Ο θυρεοειδής μπορεί μορφολογικά να είναι φυσιολογικός ή διογκωμένος.Πολλές ασθένειες προκαλούν υπερθυρεοειδισμό, όπως επίσης και η χρήση διαφόρων φαρμάκων. Η πιο συχνή και σημαντική είναι η νόσος του Graves, η οποία οφείλεται σε αυτοάνοση διαταραχή.Συμπτώματα όπως αδυνάτισμα παρά την αυξημένη όρεξη και την πρόσληψη τροφής, αυξημένη αίσθηση ζέστης, εύκολη κόπωση, ατροφία μυών, νεύρα, αϋπνίες, ταχυκαρδία, τρεμούλες, δυσκολία στη σύλληψη στη γυναίκα, σεξουαλικά προβλήματα , διαταραχές του εντέρου είναι μερικά από τα συμπτώματα για τα οποία μπορεί να παραπονιέται ο άρρωστος.Tα μάτια αρκετές φορές είναι λαμπερά, αγριωπά και προτεταμένα,λογω οπισθοβολβικού οιδήματος.


Υποθυρεοειδισμός

 Η πιο συχνή αιτία αυτής της κατάστασης είναι η θυρεοειδίτιδα Hashimoto.  Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά κλινικά συμπτώματα του υποθυρεοειδισμού είναι η κούραση. Κούραση εμφανίζουν και οι υπερθυρεοειδικοί αλλά σ’ αυτούς οφείλεται σε μυϊκή αδυναμία. Οι υποθυρεοειδικοί είναι συνήθως νωθροί, νωχελικοί, εμφανίζουν υπνηλία και ‘βαριούνται να πάρουν τα πόδια τους’. Δεν αντέχουν το κρύοπαχαίνουν δυσανάλογα με το φαγητό που καταναλώνουν ή αντίθετα έχουν δυσκολία απώλειας βάρους. Παραπονούνται συχνά για δυσκοιλιότητα. Μερικές φορές εμφανίζουν  ένα γενικευμένο πρήξιμο(μυξοίδημα),που αφήνει εντύπωμα στη δακτυλική πίεση.Συχνά υπάρχει στυτική δυσλειτουργία σε ένα ποσοστό 80% των αρρώστων, όπως επίσης επιβαρυνση του σπέρματος και συγκεκριμένα την κινητικότητα του σπέρματος .Τα επίπεδα της χοληστερίνης είναι αυξημένα.

 

 

H Oμοιοπαθητική ανάλυση οδηγεί σε μια πολυ πιο ολοκληρωμένη κατανόηση των αιτίων και της παθογένειας (Pathology)  της παθολογίας του θυρεοειδούς και αποσκοπεί τόσο στη λειτουργική ορμονική αποκατάσταση όσο και στην εξασθένηση των αυτοάνοσων φαινομένων,τα οποία συντηρούν την παθολογια του θυρεοειδούς και για τα οποία δεν υπάρχει αντιστοιχη συμβατική θεραπεία.Επισης,ο περιορισμός εμφάνισης των όζων του θυρεοειδούς,μετα την ανωτέρω εργαστηριακή διερεύνηση,είναι μέσα στις συχνές εφαρμογές της Ομοιοπαθητικής στο θυρεοειδή.

Ακομη και σε μικτες,εναλασσόμενες διαταραχες,οπου σε μικρο διαστημα εναλάσσονται φαινομενα υπερ- και υπο- λειτουργίας και η συμβατικη θεραπεία αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες,η καταλληλη Κλινική Ομοιοπαθητική συχνά πετυχαίνει την εξισορρόπηση. Ασφαλως οπου και οταν υπεισερχεται αναγκη ορμονικης υποκαταστασης ή καταστολής,η Ομοιοπαθητική  κινείται παράλληλα με τη συμβατική φαρμακευτική αγωγή.

ΠΟΛΥΚΥΣΤΙΚΕΣ ΩΟΘΗΚΕΣ-

ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ

 

Συνδρομο Πολυκυστικων ωοθηκών

Το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών είναι μια συνηθισμένη κατάσταση που χαρακτηρίζεται από ακανόνιστα διαστήματα περιόδου, υπερβολική τριχοφυΐα και παχυσαρκία. Το όνομα σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών προέρχεται από την εμφάνιση των ωοθηκών που έχουν μεγάλο μέγεθος με πολλές κύστεις (πολυκυστικές).

To σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών είναι η κύρια αιτία της υπογονιμότητας στις γυναίκες. Η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών μπορεί να βοηθήσει στη μείωση του κινδύνου των μακροπρόθεσμων επιπλοκών, οι οποίες περιλαμβάνουν τον διαβήτη και κάποιες καρδιακές παθήσεις.
Ποιά είναι τα συμπτώματα

Οι γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών έχουν αρκετά από τα παρακάτω συμπτώματα:

•Διαταραχές ή και διακοπή της περιόδου. Η κατάσταση αυτή μπορεί να αρχίσει στην εφηβεία με την έναρξη της εμμήνου ρύσεως, ή μπορεί να εμφανιστεί αργότερα.

•Μακριές και χονδρές τρίχες στο πρόσωπο, στο στήθος, στην κοιλιακή χώρα, τα πόδια

•Ακμή

•Υπογονιμότητα.

•Παχυσαρκία.

•Προδιαβήτης ή διαβήτης τύπου 2.

•Σκούρα επιδερμίδα στον αυχένα το λαιμό, το εσωτερικό των μηρών, του αιδοίου ή των μαστών.

Επιπλέον, τα ακόλουθα είναι πιθανό να υπάρχουν:

•Υψηλή αρτηριακή πίεση

•Υψηλή χοληστερόλη

•Αυξημένα επίπεδα C-αντιδρώσας πρωτεΐνης, η οποία μπορεί να σχετίζεται με καρδιαγγειακά προβλήματα

•Μη αλκοολική στεατοηπατίτιδα

•Σύνδρομο υπνικής άπνοιας
Πού οφείλεται

Στο σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, το σώμα παράγει υπερβολικές ποσότητες ανδρογόνων και υπάρχουν διαταραχές και στις γυναικείες ορμόνες με αποτέλεσμα η ωορρηξία να εμφανίζεται λιγότερο συχνά από το φυσιολογικό ή και καθόλου. Αυτό εκδηλώνεται σαν ακανόνιστα διαστήματα περιόδου ή και διακοπή της περιόδου.
Πώς γίνεται η διάγνωση

Η διάγνωση επιτυγχάνεται με την πλήρη φυσική εξέταση, συμπεριλαμβανομένης της εξέτασης της πυέλου, και άλλες εξετάσεις όπως:

•εξετάσεις αίματος για τη μέτρηση των επιπέδων των πολλών ορμονών, σακχάρου και θυρεοειδους

•υπερηχογράφημα πυέλου (μήτρας και ωοθηκών)για τον έλεγχο των ωοθηκών και το πάχος του τοιχώματος της μήτρας σας
Πώς θεραπεύεται


Έχοντας σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών παρουσιάζετε αυξημένο κίνδυνο για:

•διαβήτη τύπου 2

•υψηλή αρτηριακή πίεση

•αύξηση των τριγλυκεριδίων

•μειωμένη λιποπρωτεΐνη υψηλής πυκνότητας (HDL) χοληστερόλη, η λεγόμενη “καλή” χοληστερίνη

•καρδιαγγειακές παθήσεις

•μεταβολικό σύνδρομο, ένα σύμπλεγμα από σημεία και συμπτώματα που δείχνουν σημαντικά αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου

•αιμορραγία της μήτρας

•καρκίνου της μήτρας (ενδομητρίου)

•διαταραχές κυήσεως

 

Aκράτεια


Η ακράτεια είναι ένα κλινικό σύμπτωμα που προκαλείται όταν πάθει βλάβη κάποιο μέρος του ουροποιητικού συστήματος, το οποίο περιλαμβάνει τα δύο νεφρά, τους δύο ουρητήρες, την ουροδόχο κύστη και την ουρήθρα με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να συγκρατήσουμε τα ούρα.
Τα συμπτώματα της ακράτειας
•μερική ή ολική μη ηθελημένη απώλεια ούρων
•λόγω της δυσάρεστης αυτής κατάστασης παρατηρείται κοινωνική απομόνωση
Πού οφείλεται η ακράτεια
•στη χαλάρωση των μυών που περιβάλλουν τον αυχένα της κύστης (μετά την εγκυμοσύνη)
•στην ιδιοπαθή ασταθή κύστη (ξαφνική επιθυμία για ούρηση που δεν αναστέλλεται πριν φτάσουμε στην τουαλέτα)
•στην ευερέθιστη ουροδόχο κύστη που εμφανίζεται μετά την εμμηνόπαυση (κύστη που δεν αντέχει την παραμικρή ποσότητα ούρων και αρχίζει να συσπάται)
•στην αυξημένη πίεση στο εσωτερικό της κοιλιάς από φτέρνισμα, βήχα




Διαταραχές έμμηνης  ρύσης

Οι διαταραχές της εμμήνου ρύσεως μπορεί να σχετίζονται με τα χρονικά διαστήματα μεταξύ των έμμηνων ρύσεων, με την ποσότητα του αίματος, με τα συνοδά συμπτώματα. Παρακάτω περιγράφονται μερικά συχνά προβλήματα.
 Ακανόνιστες περίοδοι
Συνήθως μεταξύ των διαδοχικών περιόδων μεσολαβούν 24-35 μέρες και η αιμορραγία διαρκεί 2-7 ημέρες. Τα διαστήματα αυτά μπορεί να ποικίλλουν από γυναίκα σε γυναίκα είναι όμως πάντα σχεδόν τα ίδια από κύκλο σε κύκλο της ίδιας γυναίκας. Αν υπάρχουν μεταβολές τότε αυτό συνήθως υποδηλώνει μια πρόσκαιρη ορμονική διαταραχή. Μπορεί να οφείλονται σε στρες, κατάθλιψη, αλλά και σε σοβαρές χρόνιες νόσους. Η έντονη άσκηση ή απώλεια βάρους μπορούν επίσης να οδηγήσουν σε ακανόνιστες περιόδους. Προσοχή πρέπει να δοθεί στον αποκλεισμό από το γυναικολόγο καταστάσεων όπως οι πολυκυστικές ωοθήκες, η ενδομητρίωση ή εγκυμοσύνη με ακανόνιστες αιμορραγίες. Αν η περίοδος έρθει αργά, υπάρχει μεγάλη αιμορραγία και κοιλιακός πόνος μπορεί να πρόκειται για έκτοπη κύηση και πρέπει να αναζητηθεί αμέσως ιατρική βοήθεια.


Αμηνόρροια
Τί ορίζουμε ως αμμηνόρροια
Την απουσία έμμηνου ρύσεως για 3 μήνες τουλάχιστον σε γυναίκες που κανονικά θα έπρεπε να είχαν περίοδο. Υπάρχουν δύο τύποι αμηνόρροιας: η πρωτοπαθής και η δευτεροπαθής. Αν μια κοπέλα δεν έχει εμφανίσει έμμηνο ρύση ως την ηλικία των 16 ετών τότε λέμε ότι πάσχει από πρωτοπαθή αμηνόρροια. Αν ενώ έχει εμφανίσει έμμηνο ρύση αυτή διακοπεί για 3 μήνες ή περισσότερο τότε μιλάμε για δευτεροπαθή αμηνόρροια.

Οι ορμονικές μεταβολές μπορούν να είναι αίτιο πρωτοπαθούς ή δευτεροπαθούς αμηνόρροιας. Αυτές μπορεί να οφείλονται σε άγχος ή κατάθλιψη, νευρική ανορεξία, υπερβολική άθληση και απώλεια βάρους (π.χ. αθλητές, μπαλαρίνες). Η πρωτοπαθής αμηνόρροια μπορεί να οφείλεται και σε χρωμοσωμική ανωμαλία, σε άτρητο παρθενικό υμένα ή σε συγγενή έλλειψη μήτρας (που είναι όμως μια πολύ σπάνια κατάσταση). Η δευτεροπαθής αμηνόρροια παρατηρείται σε βλάβες της υπόφυσης όπως το προλακτίνωμα, σε πρόωρη εμμηνόπαυση (πριν τα 35), σε πολυκυστικές ωοθήκες, και μετά από χημειοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία. Πρέπει κανείς να έχει υπόψιν ότι σε κάποιες καταστάσεις η έμμηνος ρύση σταματά χωρίς αυτό να είναι παθολογικό, όπως στην εγκυμοσύνη, κάποιους μήνες μετά τον τοκετό, κατά τη διάρκεια του θηλασμού, για λίγο διάστημα μετά τη διακοπή λήψης αντισυλληπτικών.

Μηνορραγία
Τί είναι η μηνορρραγία
Η αιμορραγία που συνοδεύει την περίοδο είναι εντονότερη από ότι συνήθως, απαιτώντας συχνή αλλαγή σερβιέτας ή ταμπόν ή μπορεί και να μην ελέγχεται καν με αυτά. Συχνά παρατηρείται και σχηματισμός πηγμάτων αίματος.
Μπορεί να οφείλεται σε ινομυώματα ή πολύποδες της μήτρας, ενδομητρίωση, λοιμώξεις της πυέλου ή καρκίνο της μήτρας. Μπορεί επίσης να είναι παρενέργεια από το ενδομήτριο σπείραμα (σπιράλ) που τοποθετείται στη μήτρα για αντισύλληψη. Κάποιες φορές συνοδεύει τον υποθυρεοειδισμό ενώ οι παχύσαρκες βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο.
Πώς γίνεται η διάγνωση
Υπερηχογράφημα για ανίχνευση ινομυωμάτων, πολυπόδων ή καρκίνου της μήτρας. Υστεροσκόπηση και λήψη υλικού του ενδομητρίου για εξέταση, σε κάποιες περιπτώσεις.
 

ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ ΚΑΙ ΚΛΙΝΙΚΗ ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ

                  

Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μεταβολική ασθένεια η οποία χαρακτηρίζεται από αύξηση της συγκέντρωσης του σακχάρου στο αίμα (υπεργλυκαιμία) και διαταραχή του μεταβολισμού της γλυκόζης, είτε ως αποτέλεσμα ελαττωμένης έκκρισης ινσουλίνης είτε λόγω ελάττωσης της ευαισθησίας των κυττάρων του σώματος στην ινσουλίνη. Οι κύριοι τύποι σακχαρώδους διαβήτη είναι ο διαβήτης τύπου 1, ο διαβήτης τύπου 2 και ο διαβήτης της κύησης. Ο σακχαρώδης διαβήτης έχει χρόνια πορεία και μπορεί να προκαλέσει μια σειρά σοβαρών επιπλοκών, όπως καρδιαγγειακή νόσο, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, βλάβες του αμφιβληστροειδούς, βλάβες των νεύρων, στυτική δυσλειτουργία κ.ά.

Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1
 

Παλαιότερα αποκαλούμενος ινσουλινοεξαρτώμενος ή νεανικός διαβήτης. Χαρακτηρίζεται από καταστροφή των β-κυττάρων του παγκρέατος, που είναι υπεύθυνα για την παραγωγή ινσουλίνης, με αποτέλεσμα ολική έλλειψη ή ελάχιστη έκκριση ινσουλίνης. Η ευαισθησία των κυττάρων στην ινσουλίνη είναι συνήθως φυσιολογική, ιδιαίτερα στα πρώιμα στάδια. Ο τύπος αυτός αποτελεί την κυριότερη αιτία διαβήτη σε παιδιά, μπορεί όμως να προσβάλλει και τους ενήλικες. Η καταστροφή των β-κυττάρων του παγκρέατος είναι στην πλειοψηφία των περιπτώσεων αυτοάνοσης αιτιολογίας. Στο μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών με διαβήτη τύπου 1 ανιχνεύονται στην κυκλοφορία ένα ή περισσότερα είδη αυτοαντισωμάτων, οι ασθενείς δε αυτοί εμφανίζουν αυξημένη προδιάθεση και για άλλες αυτοάνοσες παθήσεις. Παρ’ όλα αυτά, σ’ ένα μικρό ποσοστό ασθενών με διαβήτη τύπου 1 δεν ανιχνεύονται αυτοαντισώματα, ο τύπος δε αυτός ονομάζεται ιδιοπαθής σακχαρώδης διαβήτης. Ο διαβήτης τύπου 1 εισβάλλει συνήθως απότομα και οδηγεί συχνά στην ανάπτυξη κέτωσης και διαβητικής κετοξέωσης εάν το έλλειμμα ινσουλίνης δεν καλυφθεί. Ο ασθενής είναι απόλυτα εξαρτημένος από την εξωγενή χορήγηση ινσουλίνης προκειμένου τα επίπεδα σακχάρου του αίματος να διατηρηθούν σε φυσιολογικά επίπεδα.
Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2

 Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2

(παλαιότερα αποκαλούμενος μη ινσουλινοεξαρτώμενος διαβήτης) Χαρακτηρίζεται από το συνδυασμό ελαττωμένης έκκρισης ινσουλίνης και ελαττωμένης ευαισθησίας των κυττάρων στη δράση της (φαινόμενο που ονομάζεται ινσουλινοαντοχή). Στα πρώτα στάδια της νόσου, η ελαττωμένη ευαισθησία στην ινσουλίνη είναι η κύρια διαταραχή, ενώ τα επίπεδα ινσουλίνης στο αίμα είναι αυξημένα.

Ο διαβήτης τύπου 2 είναι η συχνότερη αιτία διαβήτη στους ενηλίκους. Σπουδαίος προδιαθεσικός παράγοντας για την ανάπτυξη διαβήτη τύπου 2 είναι η παχυσαρκία. Η παχυσαρκία προδιαθέτει στην ανάπτυξη ινσουλινοαντοχής πιθανόν λόγω της παραγωγής από το λιπώδη ιστό ουσιών που ελαττώνουν την ευαισθησία των κυττάρων στην ινσουλίνη. Άλλοι προδιαθεσικοί παράγοντες είναι η ηλικία και το οικογενειακό ιστορικό.

Στον διαβήτη τύπου 2, τα συμπτώματα είναι πιο ήπια και η πιθανότητα εμφάνισης διαβητικής κετοξέωσης είναι μικρή. Παρ’ όλ’ αυτά, ο κίνδυνος απώτερων και σοβαρών επιπλοκών παραμένει υψηλός. Το πρώτο βήμα στη θεραπεία του διαβήτη τύπου 2 είναι η αλλαγή του τρόπου ζωής του ασθενούς, με στόχο την απώλεια βάρους, την αύξηση της σωματικής άσκησης και την υγιεινή διατροφή. Εάν κριθεί απαραίτητο, χρησιμοποιούνται αντιδιαβητικά φάρμακα. Στην περίπτωση που η θεραπεία αποτύχει, κρίνεται σκόπιμη η χορήγηση ινσουλίνης για τον έλεγχο και αυτών των ασθενών.
Διαβήτης της κύησης

Πρόκειται για την εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. (δεν συμπεριλαμβάνονται στον ορισμό γυναίκες με γνωστό διαβήτη πριν την έναρξη της εγκυμοσύνης). Ο τύπος αυτός μοιάζει με το διαβήτη τύπου 2 ως προς το ότι χαρακτηρίζεται από ταυτόχρονη ελαττωμένη έκκριση ινσουλίνης και ελαττωμένη ευαισθησία των κυττάρων στην ινσουλίνη. Παχύσαρκες γυναίκες είναι πιο πιθανό να αναπτύξουν διαβήτη της κύησης. Ο τύπος αυτός διαβήτη αφορά στο 3-5% των κυήσεων. 30-40% των γυναικών με διαβήτη κύησης θα αναπτύξουν διαβήτη τύπου 2 αργότερα στη ζωή τους. Ο διαβήτης της κύησης είναι αναστρέψιμος και υποχωρεί μετά τον τοκετό, μπορεί όμως να προκαλέσει περιγεννητικές επιπλοκές και προβλήματα στην υγεία μητέρας και νεογνού.

Άλλοι τύποι διαβήτη

Σακχαρώδης διαβήτης μπορεί να εμφανιστεί και στις ακόλουθες περιπτώσεις :

    Γενετικά ελαττώματα των β-κυττάρων του παγκρέατος
    Γενετικό ελάττωμα της δράσης της ινσουλίνης
    Νόσοι του παγκρέατος
    Ορμονικές διαταραχές και ενδοκρινικά νοσήματα
    Διαβήτης λόγω λήψης φαρμάκων

Επιδημιολογικά στοιχεία

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, το 2006 οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη παγκοσμίως ξεπερνούν τα 170 εκατομμύρια, αριθμός που αναμένεται να διπλασιαστεί μέχρι το 2030 καθώς η συχνότητα της νόσου αυξάνει ραγδαία. Εκτιμάται ότι στην Ελλάδα το 5.9% του γενικού πληθυσμού πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη. Ο διαβήτης είναι συχνότερος στον ανεπτυγμένο κόσμο (ιδιαίτερα ο διαβήτης τύπου 2) και φαίνεται ότι συνδέεται άμεσα με το λεγόμενο δυτικό τρόπο ζωής που περιλαμβάνει τη διαβίωση στα μεγάλα αστικά κέντρα, τον ανθυγιεινό τρόπο διατροφής και την καθιστική ζωή. Αποτελεί μια από τις κύριες αιτίες θανάτου παγκοσμίως.

Κλινική εικόνα
Συμπτώματα

Η κλασική συμπτωματολογία του σακχαρώδους διαβήτη περιλαμβάνει την πολυουρία, την πολυδιψία, την πολυφαγία και την απώλεια σωματικού βάρους. Στον διαβήτη τύπου 1, η εισβολή της νόσου είναι συνήθως απότομη και συχνά η πρώτη εκδήλωσή της μπορεί να είναι η ανάπτυξη διαβητικής κετοξέωσης, με ναυτία, εμέτους, διάχυτο κοιλιακό άλγος και απώλεια συνείδησης. Στον διαβήτη τύπου 2, η νόσος εισβάλλει βαθμιαία, πολυφαγία παρατηρείται σπανιότερα, ενώ συχνά συνυπάρχουν αδυναμία, κόπωση, ζάλη και ευπάθεια σε λοιμώξεις. Συχνά, η συμπτωματολογία στον διαβήτη τύπου 2 λείπει τελείως και ο ασθενής αισθάνεται υγιής.
Κλινικά σημεία

Η αύξηση του σακχάρου στο αίμα προκαλεί απώλεια υγρών μέσω οσμωτικής διούρησης. Σημεία αφυδάτωσης (ψυχρό και ξηρό δέρμα με ελαττωμένη σπαργή, αποξηραμένοι βλεννογόνοι και ανώμαλη και ξηρή γλώσσα) παρατηρούνται όταν η απώλεια υγρών δεν αντισταθμίζεται επαρκώς. Όταν εγκατασταθεί η διαβητική κετοξέωση, χαρακτηριστική είναι η αναπνοή Kussmaul, που συνίσταται σε βαθιές, παρατεταμένες και συνοδευόμενες από αναστεναγμό αναπνοές, καθώς και η απόπνοια ακετόνης (χαρακτηριστική οσμή στην αναπνοή του ασθενούς). Θόλωση της διανοίας, μειωμένη αντίδραση στα ερεθίσματα, υπνηλία και κώμα ακολουθούν εάν η κετοξέωση δεν αντιμετωπιστεί.
Διάγνωση

Η διάγνωση του διαβήτη είναι εύκολη όταν υπάρχουν τα κλασικά συμπτώματα και αρκεί η επιβεβαίωση με τη μέτρηση του σακχάρου του αίματος. Η διάγνωση μπαίνει επίσης εύκολα όταν ο ασθενής παρουσιάζεται με συμπτώματα και σημεία διαβητικής κετοξέωσης. Τα διαγνωστικά κριτήρια που έχουν θεσπιστεί για τη διάγνωση του σακχαρώδους διαβήτη είναι τα ακόλουθα :

    Παρουσία κλασικών συμπτωμάτων του διαβήτη και τιμή γλυκόζης σε οποιαδήποτε στιγμή > 200 mg/dl
    Τιμή σακχάρου νηστείας (που λαμβάνεται δηλαδή μετά από 8 τουλάχιστον ώρες αποχής από την πρόσληψη τροφής) > 126 mg/dl
    Τιμή σακχάρου 2 ώρες μετά από φόρτιση με 75g γλυκόζης από του στόματος > 200 mg/dl

Ένας άλλος χρήσιμος δείκτης είναι η τιμή της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c). Δεν χρησιμοποιείται για τη διάγνωση του σακχαρώδους διαβήτη, αλλά για την παρακολούθηση της ρύθμισης του σακχάρου αίματος, αφού αντικατοπτρίζει τη μέση τιμή σακχάρου αίματος τους τελευταίους 3 μήνες πριν την εξέταση. Τιμές HbA1c < 6% θεωρούνται ενδεικτικές καλού γλυκαιμικού ελέγχου.
Επιπλοκές

Η πιθανότητα ανάπτυξης επιπλοκών λόγω του σακχαρώδους διαβήτη μειώνεται όσο καλύτερα ρυθμίζονται οι τιμές του σακχάρου στο αίμα. Μια σειρά παραγόντων, όπως το κάπνισμα, τα αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης, η παχυσαρκία, η αρτηριακή υπέρταση και η καθιστική ζωή, επιταχύνουν την ανάπτυξη επιπλοκών. Οι επιπλοκές του σακχαρώδους διαβήτη διακρίνονται σε οξείες και χρόνιες.
Οξείες
Διαβητική κετοξέωση και διαβητικό κώμα

Η διαβητική κετοξέωση είναι μια επικίνδυνη επιπλοκή, θεωρείται επείγον περιστατικό και απαιτεί την άμεση διακομιδή του ασθενούς στο νοσοκομείο. Ο ασθενής εμφανίζει σημεία αφυδάτωσης, αναπνοή Kussmaul (βαθιές, παρατεταμένες και συνοδευόμενες από αναστεναγμό αναπνοές) και απόπνοια ακετόνης. Συχνά, τα σημεία αυτά συνοδεύονται από διάχυτο κοιλιακό άλγος. Το επίπεδο συνείδησης δεν επηρεάζεται αρχικά, στη συνέχεια όμως μπορεί να εμφανιστούν σταδιακά πτώση του επιπέδου συνείδησης, υπνηλία, λήθαργος και τελικά κώμα. Σε σοβαρότερες περιπτώσεις παρατηρούνται υπόταση και κυκλοφορική καταπληξία (shock). Με την κατάλληλη και έγκαιρη θεραπεία, η διαβητική κετοξέωση αποτελεί κατάσταση πλήρως αναστρέψιμη. Είναι πιο συχνή σε σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1.
Υπερωσμωτικό μη κετωτικό κώμα

Χαρακτηρίζεται από αύξηση της ωσμωτικότητας του πλάσματος (>350 mOsm/L), πολύ υψηλά επίπεδα σακχάρου αίματος (>600 mg/dl) και απουσία κετοξέωσης. Προέχουν τα σημεία της αφυδάτωσης, ενώ επίσης εμφανίζονται διαταραχές του επιπέδου συνείδησης και ηλεκτρολυτικές διαταραχές. Διάφορες αιτίες μπορούν να πυροδοτήσουν την εμφάνιση του υπερωσμωτικού μη κετωσικού κώματος, όπως η σηψαιμία, το έμφραγμα του μυοκαρδίου, η παγκρεατίτιδα, η αιμορραγία από το γαστρεντερικό και η λήψη φαρμάκων. Εμφανίζεται συχνότερα σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2.
Υπογλυκαιμία

Αποτελεί ουσιαστικά επιπλοκή της θεραπείας του σακχαρώδους διαβήτη. Μπορεί να προκληθεί από λανθασμένη δοσολογία κατά τη χορήγηση ινσουλίνης (αυξημένη δόση), έντονη σωματική άσκηση ή μειωμένη λήψη τροφής ή υδατανθράκων. Ο ασθενής εμφανίζει ευερεθιστότητα και αυξημένη εφίδρωση ενώ μπορεί να προκληθούν διαταραχές του επιπέδου συνείδησης, απώλεια συνείδησης ή/και κώμα. Απαιτείται άμεση πρόσληψη γλυκόζης από το στόμα (γλυκά,ζαχαρούχα αναψυκτικά κλπ) ή, σε περίπτωση που ο ασθενής είναι αναίσθητος, ενδοφλέβια χορήγηση γλυκόζης.


Διαβητική μικροαγγειοπάθεια

Προσβολή των τριχοειδών και προτριχοειδών αγγείων που με τη σειρά της προκαλεί :

    Διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια : Υπερπλασία των τριχοειδών στην επιφάνεια του αμφιβληστροειδή και προσβολή της ωχράς κηλίδας, που οδηγούν σε απώλεια όρασης. (Ο σακχαρώδης διαβήτης αποτελεί τη συχνότερη αιτία τύφλωσης στο Δυτικό κόσμο)
    Διαβητική νεφροπάθεια : Προσβολή των νεφρών με βλάβες του σπειράματος, των αγγείων και του διάμεσου ιστού που μπορεί να οδηγήσουν σε νεφρική ανεπάρκεια.
    Διαβητική νευροπάθεια : Μονο- ή πολυνευροπάθεια ή νευροπάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος. Συχνά εμφανίζεται απώλεια της αισθητικότητας (αρχικά στα κάτω άκρα) και στυτική δυσλειτουργία.

Διαβητική μακροαγγειοπάθεια

Εμφάνιση αρτηριοσκλήρυνσης, νωρίτερα και σοβαρότερης μορφής από ότι σε μη διαβητικούς. Προσβολή αρτηριών μεσαίου και μεγάλου μεγέθους.

    Στεφανιαία νόσος, που μπορεί να οδηγήσει σε στηθάγχη ή οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.
    Αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, κυρίως ισχαιμικού τύπου.
    Περιφερική αγγειακή νόσος.

Άλλες επιπλοκές

    Ευπάθεια σε λοιμώξεις.
    Υπερλιπιδαιμίες, λιπώδης διήθηση του ήπατος, ξανθώματα και ξανθελάσματα.
    Περιοδοντίτιδα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Επιστροφή