Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.grr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr

Καλωσήλθατε στην Ομοιοπαθητική !


ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑ

ΥΓΕΙΑΣ

Θεσσαλονίκη

τηλ:   2310 94 49 49

e-mail: pathan@otenet.gr

Δρ Τάσος Βαρθολομαίος

Ομοιοπαθητικός - Ιατρός Ιστοπαθολόγος

MD , PhD, MFHom, DIHom, HMD, FBIH,GMC UK Registered with Licence to Practise,με τακτική ετήσια αξιολόγηση ως Μέλος του Βρετανικού Ιατρικού Συλλόγου

Tακτικο Μέλος Βρετανικής Εταιρείας Ομοιοπαθητικής Ιατρικής (Faculty of Homeopathy, M.Bρετανία, MFHom)

περισσότερα more

EΡΩΤΗΣΕΙΣ-ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ  -ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

Επιτρέπεται η χρήση συμβατικών φαρμάκων στη διάρκεια της Ομοιοπαθητικής αγωγής;

Ασφαλώς ΝΑΙ, δεδομένου ότι

  • δέν υπαρχει ουδεμία αλληλεπίδραση μεταξυ των ομοιοπαθητικών και των συμβατικών φαρμάκων

  • η χρήση συμβατικών φαρμάκων αποτελει πεδίο επιλογής και ευθύνης αποκλειστικά του ιατρου της Συμβατικής Ιατρικής

 

 

Αληθεύει  ότι  με την Ομοιοπαθητική επιδεινώνεται  αρχικά η  κατάσταση τής  υγείας τού ασθενούς ;

 

ΟΧΙ, ΒΕΒΑΙΑ!Το προνόμιο των επιδεινώσεων, παρενεργειών και επιπλοκών μπορούν να έχουν μόνον χημικά φάρμακα σε τοξικές δόσεις,  και βέβαια τα Ομοιοπαθητικά δεν είναι χημικά φάρμακα.Tα Ομοιοπαθητικά "φάρμακα" δεν εμπεριέχουν ούτε ίχνος χημικής ουσίας με φαρμακολογική δράση,ετσι ώστε δεν είναι δυνατόν να προκαλέσουν οιασδήποτε μορφής επιδείνωση, έστω και παροδική,στην υγεία του ασθενή.

περισσότερα more

NEA-EΙΔΗΣΕΙΣ-ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

Iδιαίτερα,έμφαση δίνεται-και πρέπει να δίνεται-στα σοβαρά προβλήματα Υγείας, οργανικά και ψυχοσωματικά,που έχουν πάρει επιδημική μορφή στα χρόνια της "Κρίσης" στην Ελλάδα.Τα ομοιοπαθητικά ιστορικά ανιχνεύουν πολύ ουσιαστικές πτυχές της παθογένειας των νοσημάτων,που ειναι άγνωστες στην ιατρική τεχνολογία και την πολύ πρωτόγονη, ακόμη, "πρόληψη" των χρόνιων παθήσεων και την ρομποτοποιημένη αντιμετώπιση σοβαρών διαταραχών,στο υπόστρωμα των οποίων βρίσκεται η κοινωνικο-οικονομική καταπίεση,όπως κατεξοχήν βιώνεται απο τους Έλληνες πολίτες.Η ομοιοπαθητική προσέγγιση δίνει μιά ουσιαστική βοήθεια τόσο στην πρόληψη όσο και στην θεραπεία αυτων των επιδημικών πλέον ασθενειών, που ξεκινούν απο τα βαθύτερα στρώματα  της ψυχοσωματικής ταυτότητας και της θεμελιώδους  δυναμικής  για  κοινωνική ασφάλεια, επικοινωνία και δημιουργικότητα.

περισσότερα more


Ιπποκρατική Ιατρική, Ομοιοπαθητική, Σύγχρονη Ιατρική
Αρχική /

Oμοιοπαθητικά Φάρμακα

Ομοιοπαθητικά φάρμακα

 
Eπισημος ορισμός του Ομοιοπαθητικού "φαρμακου" συμφωνα με την Ευρωπαϊκη Νομοθεσία:
A homeopathic medicinal product is defined in European legislation (Article 1(5) of  Directive 2001/83/EC as amended by 2004/27/EC as: 'Any medicinal product prepared from substances called homeopathic stocks in accordance with a homeopathic manufacturing procedure described  by the European Pharmacopoeia or, in the absence thereof, by the pharmacopoeias currently used officially in the Member States. A homeopathic medicinal product may contain a number of principles'.,δηλαδη:
 
Το ομοιοπαθητικό φάρμακο ορίζεται στην Ευρωπαϊκή Νομοθεσία (άρθρο 1 (5) της οδηγίας 2001/83 / ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε από την 2004/27 / ΕΚ) ως εξής: «Κάθε φάρμακο που παρασκευάζεται από ουσίες που καλούνται ομοιοπαθητικές πηγές, σύμφωνα με την μέθοδο ομοιοπαθητικής παρασκευής που περιγράφεται από την Ευρωπαϊκή Φαρμακοποιία ή, ελλείψει αυτής, στις φαρμακοποιίες που χρησιμοποιούνται σήμερα επισήμως στα κράτη μέλη. Το ομοιοπαθητικό φάρμακο μπορεί να περιέχει μια σειρά ομοιοπαθητικών συστατικών »
 
 
H ιδιαίτερη αναφορά ,που κάνει η Ευρωπαϊκη Νομοθεσία,στα ομοιοπαθητικά που περιέχουν πολλα συστατικά,είναι αδιαμφισβήτητη απόδειξη όχι μόνον της εγκυρότητας που έχουν τα Σύνθετα Ομοιοπαθητικά φάρμακα,αλλα και της κατεξοχήν καταξιωμένης εφαρμογής τους στην Ομοιοπαθτική Πρακτική.Τα Σύνθετα Ομοιοπαθητικά φάρμακα αποτελούν τον κορμό της Κλασσικής  Κλινικής Ομοιοπαθητικής,αυτης δηλαδή της Ομοιοπαθητικής που δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην ασθένεια απο την οποία πάσχει ενας άνθρωπος .
 
 
 
Bέβαια είναι πολύ πιο σωστό να αναφερόμαστε σε ομοιοπαθητικα σκευάσματα και όχι σε «φάρμακα»,μια και το ομοιοπαθητικό σκεύασμα δεν περιέχει χημικά ενεργά συστατικά αλλα είναι απλά φορέας μιάς συγκεκριμένης,σε κάθε περίπτωση, φαρμακευτικής πληροφορίας βιοφυσικά αποτυπωμένης.Ως εκ τούτου η Ομοιοπαθητική αγωγή δεν είναι δυνατόν να έχει την παραμικρή παρενέργεια στον οργανισμό αλλα και δεν ειναι δυνατόν να έχει την παραμικρή αλληλεπίδραση με τα συμβατικά χημικά φάρμακα.Ιδιαίτερα η σύγχρονη Ομοιοπαθητική Φαρμακοτεχνία,στο πλαίσιο των ανωτέρω σχετικών προδιαγραφών της Ευρωπαϊκής Ένωσης,έχει αναπτυχθεί στον τομέα   τών  Ομοιοπαθητικών Φαρμακευτικών Συνθέσεων, που μπορούν να είναι ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΜΕΝΕΣ και ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΜΕΝΕΣ  για καθε συγκεκριμένη Πάθηση ή Παθοφυσιολογική διαταραχή, αρκεί ο Ομοιοπαθητικός να διαθέτει υψηλού επιπέδου  γνώση  τόσο των λειτουργιών και της δομής  των οργάνων του σώματος όσο και της Κλινικής Ομοιοπαθητικής Φαρμακολογίας, η οποία συνιστά και την πεμπτουσία της ΚΛΑΣΣΙΚΗΣ ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗΣ.

 

 

Ομοιοπαθητικά φάρμακα

Eπισημος ορισμός του Ομοιοπαθητικού "φαρμακου" συμφωνα με την Ευρωπαϊκη Νομοθεσία:

A homeopathic medicinal product is defined in European legislation (Article 1(5) of  Directive 2001/83/EC as amended by 2004/27/EC as: 'Any medicinal product prepared from substances called homeopathic stocks in accordance with a homeopathic manufacturing procedure described  by the European Pharmacopoeia or, in the absence thereof, by the pharmacopoeias currently used officially in the Member States. A homeopathic medicinal product may contain a number of principles'.,δηλαδη:

 

Το ομοιοπαθητικό φάρμακο ορίζεται στην Ευρωπαϊκή Νομοθεσία (άρθρο 1 (5) της οδηγίας 2001/83 / ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε από την 2004/27 / ΕΚ) ως εξής: «Κάθε φάρμακο που παρασκευάζεται από ουσίες που καλούνται ομοιοπαθητικές πηγές, σύμφωνα με την μέθοδο ομοιοπαθητικής παρασκευής που περιγράφεται από την Ευρωπαϊκή Φαρμακοποιία ή, ελλείψει αυτής, στις φαρμακοποιίες που χρησιμοποιούνται σήμερα επισήμως στα κράτη μέλη. Το ομοιοπαθητικό φάρμακο μπορεί να περιέχει μια σειρά ομοιοπαθητικών συστατικών ».

 

H ιδιαίτερη αναφορά ,που κάνει η Ευρωπαϊκη Νομοθεσία,στα ομοιοπαθητικά που περιέχουν πολλα συστατικά,είναι αδιαμφισβήτητη απόδειξη όχι μόνον της εγκυρότητας που έχουν τα Σύνθετα Ομοιοπαθητικά φάρμακα,αλλα και της κατεξοχήν καταξιωμένης εφαρμογής τους στην Ομοιοπαθτική Πρακτική.Τα Σύνθετα Ομοιοπαθητικά φάρμακα αποτελούν τον κορμό της Κλινικής Ομοιοπαθητικής,αυτης δηλαδή της Ομοιοπαθητικής που δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην ασθένεια απο την οποία πάσχει ενας άνθρωπος και όχι μόνον στην ιδιοσυγκρασία,ουσιαστικά στο ψυχολογικο προφίλ του.

 

Bέβαια είναι πολύ πιο σωστό να αναφερόμαστε σε ομοιοπαθητικα σκευάσματα και όχι σε «φάρμακα»,μια και το ομοιοπαθητικό σκεύασμα δεν περιέχει χημικά ενεργά συστατικά αλλα είναι απλά φορέας μιάς συγκεκριμένης,σε κάθε περίπτωση, φαρμακευτικής πληροφορίας βιοφυσικά αποτυπωμένης.Ως εκ τούτου η Ομοιοπαθητική αγωγή δεν είναι δυνατόν να έχει την παραμικρή παρενέργεια στον οργανισμό αλλα και δεν ειναι δυνατόν να έχει την παραμικρή αλληλεπίδραση με τα συμβατικά χημικά φάρμακα.

 

 

Ιδιαίτερα η σύγχρονη Ομοιοπαθητική Φαρμακοτεχνία,στο πλαίσιο των ανωτέρω σχετικών προδιαγραφών της Ευρωπαϊκής Ένωσης,έχει αναπτυχθεί στον τομέα   τών  Ομοιοπαθητικών Φαρμακευτικών Συνθέσεων, που μπορούν να είναι ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΜΕΝΕΣ και ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΜΕΝΕΣ  για καθε συγκεκριμένη Παθοφυσιολογική διαταραχή,αρκεί ο Ομοιοπαθητικός να διαθέτει υψηλού επιπέδου  γνώση  τόσο των λειτουργιών και της δομής  των οργάνων του σώματος όσο και της Κλινικής Ομοιοπαθητικής Φαρμακολογίας,η οποία συνιστά και την πεμπτουσία της πραγματικά ΚΛΑΣΣΙΚΗΣ ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗΣ,και όχι της αυτόκλητα προσδιορισμένης "Κλασσικής Ομοιοπαθητικής" με βάση δογματισμούς και προσωπολατρείες.

 

ΤΑ ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΦΑΡΜΑΚΑ,ΕΙΝΑΙ ΦΟΡΕΙΣ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΜΕΝΗΣ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ,ΒΙΟΦΥΣΙΚΑ ΑΠΟΤΥΠΩΜΕΝΗΣ

Eίναι πολύ πιο σωστό να αναφερόμαστε σε ομοιοπαθητικα σκευάσματα και όχι σε «φάρμακα»,μια και το ομοιοπαθητικό σκεύασμα δεν περιέχει χημικά ενεργά συστατικά αλλα είναι απλά φορέας μιάς συγκεκριμένης,σε κάθε περίπτωση, φαρμακευτικής πληροφορίας,βιοφυσικά αποτυπωμένης.Ως εκ τούτου η Ομοιοπαθητική αγωγή δεν είναι δυνατόν να έχει την παραμικρή παρενέργεια στον οργανισμό αλλα και δεν ειναι δυνατόν να έχει την παραμικρή αλληλεπίδραση με τα συμβατικά χημικά φάρμακα.

 

ΠΑΡΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΧΗΜΙΚΩΝ  ΦΑΡΜΑΚΩΝ ΚΑΙ ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ

Οι λεγόμενες ιατρογενείς παθήσεις,δηλαδή αυτές που προκύπτουν απο αντικειμενικά  υψηλες  δοσολογίες ή/και μακρόχρονη εφαρμογή συμβατικών χημικών φαρμάκων, αποτελεί δυστυχώς ένα συνεχώς διευρυνόμενο κεφάλαιο της Ιατρικής Φαρμακολογίας .Ιδιαίτερη επισήμανση χρειάζεται για την εξάρτηση που δημιουργείται στις μακροχρόνιες θεραπείες με χημικά συμβατικά φάρμακα, στις οποίες σχεδόν πάντοτε ανακύπτει το οδυνηρό διλημμα αποδοχής μιας προοδευτικής αποδιοργάνωσης του οργανισμου απο αυτά ή  μίας ελάττωσης, αντικαταστασης ή και διακοπης της αγωγής με υψηλή ομως πιθανότητα rebound φαινομένων, τα οποία μπορεί να είναι πολυ ενοχλητικά μέχρι επιζήμια,και ως εκ τούτου απαγορευτικά.

 

 

Η κλινικά προσανατολισμένη Ομοιοπαθητική μπορεί να αντιδοτήσει τις περισσότερες παρενέργειες των συμβατικών φαρμάκων και μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στις διαδικασίες απεξάρτησης,όπου και όταν αυτές επιβάλλονται αντικειμενικά.

 

 

ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΑ

 

Καταρχήν είναι πολύ πιο σωστό να αναφερόμαστε σε ομοιοπαθητικα σκευάσματα και όχι σε «φάρμακα»,μια και το ομοιοπαθητικό σκεύασμα δεν περιέχει χημικά ενεργά συστατικά αλλα είναι απλά φορέας μιάς συγκεκριμένης,σε κάθε περίπτωση, φαρμακευτικής πληροφορίας,βιοφυσικά αποτυπωμένης.

Ως εκ τούτου η Ομοιοπαθητική αγωγή δεν είναι δυνατόν να έχει την παραμικρή παρενέργεια στον οργανισμό αλλα και δεν ειναι δυνατόν να έχει την παραμικρή αλληλεπίδραση με τα συμβατικά χημικά φάρμακα.


Πηγές ομοιοπαθητικών φαρμάκων

Δίνεται ο κατάλογος των συνήθων πηγών με μερικά παραδείγματα ομοιοπαθητικών φαρμάκων, που προέρχονται από τις αντίστοιχες πρώτες ΰλες.

Α. Ουσίες φυτικής προέλευσης


1.Ολόκληρο το φυτό Aconitum Napellus Calendula officinalis Chamomilla
2.Φύλλα Rhus Toxicodendron

3.Ρίζες Ipecacuanha Bryonia Alba
4.Φλοιός Cinchona officinalis
5.Φρουτα-Σπόροι Nux Vomica Phytolacca Decandra Ignatia Amara
6. Βλαστάρια-Φυτρα Ribes nigrum Pinus Montana

Β. Ουσίες ζωικής προέλευσης

Apis Mellifica Cantharis Sepia Officinalis Lachesis muta Tarantula Hispanica

Γ. Χημικές ουσίες και ορυκτά
Arsenicum album Carbo vegetabilis Kalium Bichromicum Plumbum Metallicum Calcarea Carbonica

Δ. Βιολογικά προϊόντα

Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα λεγόμενα νοσώδη, τα ισοπαθητικά και τα οργανοθεραπευτικά, που περιγράφονται σε ειδικό κεφάλαιο, λόγω ειδικής σημασίας και σπουδαιότητας.

 

Φαρμακοτεχνία ομοιοπαθητικών φαρμάκων

1. Προετοιμασία μητρικών βαμμάτων (mother tinctures)

Τα μητρικά βάμματα μπορούν να ορισθούν σαν ομοιοπαθητικά φάρμακα στην πλέον συμπυκνωμένη τους μορφή. Όλα χα μητρικά βάμματα συμβολίζονται με το ελληνικό γράμμα «φ» ή με τη συντομογραφία ΜΤ.


Παρασκευάζονται με κατάλληλη μηχανική επεξεργασία της πρώτης ΰλης σε υδατικό διάλυμα αλκοόλης, «ηλικίωση» του διαλύματος για ώρες μέχρι ένα μήνα και, τελικά, διήθηση με πίεση. Οι βαθμοί αλκοόλης του διηθήματος ποικίλλουν από 33% μέχρι 90% περίπου, ανάλογα με την πυκνότητα του αρχικού αλκοολικού διαλύματος. Χυμώδη νωπά φυτά δίνουν περίπου 500 ml αδιήθητου χυμού/κιλό πρώτης ύλης. Στον χυμό προστίθεται ποσότητα 95% αλκοόλης όγκου ίσου προς το μισό του χυμού, ώστε το τελικό ΜΤ περιέχει περίπου 33% αλκοόλη σε όγκο. Νωπά φυτά που δίνουν λιγότερο από 350 ml/κιλό, επεξεργάζονται επανειλημμένα σε υδατικά διαλύματα αλκοόλης, έως ότου προκύψει ΜΤ 80-87% σε αλκοόλη.

2. Διαδικασία δυναμοποίησης (potentization)

Η διαδικασία δυναμοποίησης περιλαμβάνει διαδοχικά στάδια αραίωσης και κρούσης. Στις λεγόμενες δεκατιαίες (decimal) δυναμοποιήσεις αρχικά αραιώνεται μια ορισμένη ποσότητα μητρικού βάμματος με υδατικό διάλυμα αλκοόλης 20-30% 9πλάσιου όγκου, ώστε η αραίωση είναι 1:10 ή 10-1 . Εν συνεχεία το αραιωμένο 1:10 διάλυμα υποβάλλεται σε 50-100 κρούσεις πάνω σε σταθερή επιφάνεια (succussion) και διαμορφώνεται έτσι, σύμφωνα με την ομοιοπαθητική ορολογία η 1η  δυναμοποίηση που συμβολίζεται με 10-1 ή πιο συχνά με 1Χ. Το διάλυμα 1X είναι η απλούστερη μορφή ομοιοπαθητικού σκευάσματος ,μετά το ίδιο το μητρικό βάμμα, σε ελάχιστη δόση. Στις επόμενες φάσεις της φαρμακοτεχνίας, που συνήθως ακολουθούν, γίνεται αραίωση 1:10 και 50-100 κρούσεις μιας μικρής ποσότητος της δυναμοποίησης 1X και αυτό που προκύπτει είναι η δυναμοποίηση 2Χ, στο επόμενο στάδιο με τον ίδιο τρόπο παίρνουμε την 3Χ, 4Χ, κ.ο.κ. Έτσι, π.χ. η 8η δεκατιαία δυναμοποίηση ονομάζεται 10-8 ή 8Χ, η 32η δυναμοποίηση 10-32 ή 32Χ, κτλ. Οι δεκατιαίες δυναμοποιήσεις θεωρητικά μπορούν να προχωρήσουν επ' αόριστο, στην πράξη όμως εκτείνονται το πολύ μέχρι 400Χ ή 1000Χ. Φυσικά, φαίνεται αμέσως ότι αραιώσεις μεγαλύτερες του 10-24 ή 24Χ δεν περιέχουν, σύμφωνα με τον αριθμό του Avogadro, ούτε ένα μόριο της αρχικής δρόγης, ενώ μια αραίωση της τάξης του 10-3 αντιστοιχεί σε κλάσματα του 1 mg και μια αραίωση της τάξης του 10-6 αντιστοιχεί σε κλάσματα του 1μg δηλαδή σε πολύ μικρές ή ελάχιστες ποσότητες της αρχικής δρόγης, πάντως όμως ανιχνεύσιμες μέχρι ένα σημείο και μετρήσιμες. Σημειωτέον ότι σε μερικές χώρες αντί του λατινικού συμβόλου Χ χρησιμοποιείται το D (decimal).


Εκτός από τις δεκατιαίες δυναμοποιήσεις, ευρύτατα χρησιμοποιούνται και οι λεγόμενες εκατοστιαίες δυναμοποιήσεις, που παριστάνονται με c ή C (centecimal) ή CH, ανάλογα με τη χώρα. Στην Ελλάδα χρησιμοποιείται ο συμβολισμός CH. Η ουσιαστική διάφορα αυτής της κλίμακας σε σχέση με τη δεκατιαία είναι ότι εδώ οι αραιώσεις γίνονται με αναλογία όχι 1:10, αλλά 1:100. Έτσι, η 1η εκατοστιαία δυναμοποίηση συμβολίζεται με 100-1 ή 1CH, η 2η  με 2CH, κ.ο.κ. Στη Μ. Βρετανία έχει καθιερωθεί να συμβολίζονται αυτές οι δυναμοποιήσεις μόνον με τον αντίστοιχο αριθμό, δηλαδή η 5η εκατοστιαία δυναμοποίηση συμβολίζεται με 5, η 10η με 10, κτλ. Οι συνήθεις εκατοστιαίες δυναμοποιήσεις επεκτείνονται μέχρι 200CH. Η δυναμοποίηση 1000CH ονομάζεται 1Μ, η δυναμοποίηση 10.000 CH συμβολίζεται 10Μ, η δυναμοποίηση 50. 000 CH λέγεται 50Μ και η 100.000 CH συμβολίζεται CM.

 

Οι μορφές με τις οποίες κυκλοφορούν τα ομοιοπαθητικά είναι: α) ταμπλέτες, από μίγμα λακτόζης και σουκρόζης, β) κάψουλες με περιεχόμενο σουκρόζη ή λακτόζη, γ) μικρού ή μεσαίου μεγέθους σφαιρίδια λακτόζης (pills, granules), δ) διαλύματα, ε) κρέμες και αλοιφές στ) υπόθετα, η) σπρέι, θ) κολλύρια, ι) αμπούλες πόσιμες ή ενέσιμες. Η λακτόζη αποτελεί ουσιαστικά το «έκδοχο» του ομοιοπαθητικού φαρμάκου, με υγρή αλκοολική διάλυση του οποίου εμποτίζεται ή αλλιώς «διαβρέχεται» με σπρέι.  Παρόμοια διαδικασία εμβροχής γίνεται για τις κρέμες, αλοιφές και υπόθετα. Τις τελευταίες δεκαετίες οι ομοιοπαθητικές φαρμακοβιομηχανίες παράγουν, μέσα από αυστηρές προδιαγραφές, και σπρέι, κολλύρια και αμπούλες, πόσιμες ή ενέσιμες. Οι συσκευασίες ενέσιμων ομοιοπαθητικών διαλυμάτων, που κυκλοφορούν στο εμπόριο, ανήκουν κυρίως στα ομοτοξικολογικά φάρμακα, τα οποία περιγράφονται σε ειδικό κεφάλαιο.


Στην Ελλάδα έχει καθιερωθεί για την per os χορήγηση των ομοιοπαθητικών η κάψουλα, που είναι μια πολύ εύχρηστη μορφή. Ενώ οι ταμπλέτες και τα σφαιρίδια (pills)  δεν πρέπει να πιάνονται ποτέ με το χέρι, οι κάψουλες τοποθετούνται με το χέρι στη γλώσσα και καταπίνονται με νερό ή, πολύ καλύτερα, αδειάζεται το περιεχόμενο τους (δηλαδή η λακτόζη που περιέχουν) κάτω από τη γλώσσα όπου διευκολύνεται να διαλυθεί με κινήσεις της γλώσσας. Όταν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ταμπλέτα (που είναι μικρού σχετικά μεγέθους) ή σφαιρίδια, πρώτα αδειάζονται 1-2 στο καπάκι του φιαλιδίου και, μετά, από το καπάκι στον υπογλώσσιο χώρο,όπου διαλύονται αργά με γλείψιμο. Ο υπογλώσσιος χώρος είναι η καλύτερη θέση για να επιδράσει, με τις καλύτερες συνθήκες, το ομοιοπαθητικό φάρμακο στον οργανισμό. Εφόσον χρησιμοποιείται διάλυμα ομοιοπαθητικού, η λήψη γίνεται με ενστάλαξη των σταγόνων  σε 2-3 δάκτυλα νερό της βρύσης και κατάποση γουλιά-γουλιά, αφού κρατιέται για 1 λεπτό το διάλυμα στο στόμα πριν την κατάποση.

 

Οι πλήρεις κατάλογοι των ομοιοπαθητικών φαρμάκων περιλαμβάνονται σε εθνικές φαρμακοποιίες, γνωστότερες από τις οποίες είναι η Βρετανική, η Γαλλική, η Γερμανική και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Τα ομοιοπαθητικά φάρμακα, ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο συνταγογραφούνται, διακρίνονται σε:

1)  Απλά ή μοναδικά φάρμακα (single remedies)
2)  Συνδυασμένα φάρμακα (combined remedies)
3)  Ειδικά φάρμακα (specific remedies)
4)  Ιδιοσυγκρασικά φάρμακα (constitutional remedies)
5)  Πολύχρηστα φάρμακα (polychrests)

 

Τα απλά φάρμακα στοχεύουν να καλύψουν την ολότητα μιας ΚΠΣ με ένα και μοναδικό φάρμακο. Την έννοια του ενός και μοναδικού φαρμάκου ανέπτυξε ιδιαίτερα ο J.T. Kent, ο οποίος εισήγαγε στην Ομοιοπαθητική την έννοια της ιδιοσυγκρασίας και τα ιδιοσυγκρασιακά φάρμακα, που αποτελούν μια κατηγορία των απλών φαρμάκων. Η αποκλειστική υιοθέτηση του μοναδικού φαρμάκου συνιστά τον λεγόμενο μονισμό (unicism). Ασφαλώς η έννοια του μοναδικού φαρμάκου έχει την αναμφισβήτητη εφαρμογή και αποκλειστικότητα στη συνταγογράφηση με βάση την ιδιοσυγκρασία. Ο ιδρυτής, πάντως, της Ομοιοπαθητικής με την κλασική της μορφή, ο Hahnemann, δεν χρησιμοποιούσε την έννοια της ιδιοσυγκρασίας, αλλά μόνον την έννοια της ολότητας (totality) των συμπτωμάτων, την οποία επιχειρεί να καλύψει με ένα ενιαίο και ολοκληρωμένο τρόπο ο ιατρός, αναζητώντας σαν ιδανική λύση το ένα και μοναδικό κατάλληλο φάρμακο για την περίπτωση.

 

Η έννοια των συνδυασμένων φαρμάκων εισάχθηκε στην Ομοιοπαθητική από τον ιδρυτή της, στις πλέον ώριμες φάσεις του μεγάλου έργου του και προωθήθηκε από μαθητές του, βρίσκοντας μια ευρύτατη εφαρμογή στον χώρο της Κλινικής Ομοιοπαθητικής και, αργότερα, της Ομοτοξικολογίας. Στην επιλογή των συστατικών σε ένα συνδυασμένο ομοιοπαθητικό φάρμακο απαιτείται πολύ καλή γνώση της φαρμακολογίας και φαρμακοδυναμικής, τόσο της κλασικής όσο και της ομοιοπαθητικής, όπως και της εσωτερικής παθολογίας και της παθολογικής φυσιολογίας και ανατομικής, ενώ για την ιδιοσυγκρασική συνταγογράφηση απαιτείται κυρίως ικανότητα ψυχογράφησης  του ασθενούς. Βέβαια, σε οποιαδήποτε περίπτωση ερευνάται, κατ' αρχήν, κατά πόσον μπορεί να καλυφθεί η συνολική εικόνα μιας ΚΠΣ με ένα απλό (single) ομοιοπαθητικό φάρμακο.

 

Ειδικά είναι τα φάρμακα, που η μεγάλη ομοιότητα τους με συγκεκριμένο σύμπτωμα ή συγκεκριμένη νόσο ή πάθηση τα καθιστά de novo ως τα κατ' εξοχήν ενδεικνυόμενα για την περίπτωση, π.χ. το Cuprum στις κράμπες, το Chamomilla στα προβλήματα της οδοντοφυΐας, το Hamamelis στους κιρσούς, κ.ο.κ.

 

Τα πολύχρηστα, τέλος, είναι εκείνα τα οποία έχουν τέτοια ευρεία εικόνα proving, που μπορούν και καλύπτουν μεγάλη ποικιλία ΚΠΣ και γι' αυτόν τον λόγο χρησιμοποιούνται συχνά. Βέβαια, μεταξύ των πολύχρηστων από τη μια και των απλών/ιδιοσυγκρασικών από την άλλη, υπάρχει μια αρκετά ευρεία ζώνη αλληλοεπικάλυψης, που αφορά εκείνα τα άπλα ή ιδιοσυγκρασιακά φάρμακα που χρησιμοποιούνται τακτικά.

Όσον άφορα την ονοματολογία των ομοιοπαθητικών φαρμάκων, χρησιμοποιούνται συγκεκομμένα ονόματα, π.χ. Rhus Tox αντί Rhus Toxicodendron, Nux Vom αντί Nux Vomica, Nat Mur αντί Natrum Muriaticum, κτλ

 

 

 

Η Κλινική Ομοιοπαθητική μπορεί να έχει σημαντική εφαρμογή στα πεδια

Αιματολογίας, Γυναικολογίας-Μαιευτικής, Δερματολογίας, Ενδοκρινολογίας, 

Καρδιολογίας, Νευρολογίας, Ορθοπεδικής, Ρευματολογίας, Ουρολογίας,

Οφθαλμολογίας, Παθολογίας, Παιδιατρικής,  Χειρουργικής, Ωτορινολαρυγγολογίας,

Αθλητικής Ιατρικής,Αλλεργιολογίας,νδρολογίας,  Ανοσολογίας,

Γαστροεντερολογίας,Γηριατρικής, Νεφρολογίας, Ογκολογίας, 

Πνευμονολογίας,  Ψυχιατρικής

Επιστροφή