Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.grr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ-ΟΜΙΛΙΕΣ

ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΑΣΘΕΝΩΝ

 

Προβλήματα υγείας μετα μαστεκτομη και χημειοθεραπεια

Γυναίκα 45 ετων που χειρουργήθηκε για καρκινο μαστου προ τετραετιας και με τη χημειοθεραπεία μπηκε στην εμμηνόπαυση. Εχει νοσο Hashimoto,παθαινει ουρολοιμώξεις και εχει υπερβολικα εντονες εξάψεις.Στο ιστορικο της επισημαίνεται το ότι δεν θήλασε καθολου και στα 3 της παιδιά λόγω έντονου άγχους, αραιομηνορροια και δυσμηνόρροια,ληψη αντισυλληπτικών επι πολλα έτη,αιμορροϊδες και εντονη ακμη που καταπιεσθηκαν με φάρμακα.
Με την καταλληλη ομοιοπαθητική αγωγή αποκατασταθηκε  λειτουργικά ο θυρεοειδής ,σταματησαν οι ουρολοιμώξεις και περιορισθηκαν σημαντικά οι εξάψεις.

περισσότερα more

Παθήσεις-Προβλήματα Υγείας

ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ ΨΥΧΟΣΩΜΑΤΙΚΗ και ΣΩΜΑΤΟΨΥΧΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ

ΑΓΧΟΣ- ΦΟΒΙΕΣ- ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ- ΠΑΝΙΚΟΣ

ΨΥΧΑΝΑΓΚΑΣΜΟΣ-ΝΕΥΡΩΣΕΙΣ

ΕΙΔΙΚΕΣ ΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Εφηβικη ηλκία, Κλιμακτήριος, Τρίτη ηλικία, Χωρισμοί,Αλλαγές στον τρόπο ζωής,Εντατική Εργασία,Σοβαρές ασθένειες,Ατυχήματα,Ανασφάλεια

περισσότερα more


Ιπποκρατική Ιατρική, Ομοιοπαθητική, Σύγχρονη Ιατρική
Παθήσεις /

ΘΕΜΑΤΑ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑΣ

 

Ο Δρ Τασος Βαρθολομαίος, MD, PhD, MHMA, MFHom Oμοιοπαθητικός- Ιατρός Ιστοπαθολόγος,

είναι μετεκπαιδευμένος

στην Γυναικολογική Παθολογία,

  την Παθολογία της Kύησης

και τη Νεογνική Παθολογία

 

ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ κ ΑΝΔΡΩΝ

Ομοιοπαθητική για ΦΥΣΙΚΗ ΣΥΛΛΗΨΗ

Ομοιοπαθητική  πριν και κατά την διαδικασία ΥΠΟΒΟΗΘΟΥΜΕΝΗΣ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

Ομοιοπαθητική πριν και κατα την διαδικασία της  ΕΞΩΣΩΜΑΤΙΚΗ ΓΟΝΙΜΟΠΟΙΗΣΗ

 

ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΜΕΝΑ και ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΜΕΝΑ  ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ  ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΓΙΑ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΣΥΛΛΗΨΗ  ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΥΠΟΒΟΗΘΟΥΜΕΝΗΣ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

 

ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΕΙΔΙΚΟΥ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΜΕΝΟΥ ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΟΠΟΙΑΣΔΗΠΟΤΕ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΥΠΟΒΟΗΘΟΥΜΕΝΗΣ ΑΝΑΠΑΡΩΓΩΓΗΣ,ΟΠΩΣ Η ΕΞΩΣΩΜΑΤΙΚΗ ΓΟΝΙΜΟΠΟΙΗΣΗ

 

ΘΕΜΑΤΑ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑΣ

 

Υπογονιμότητα ορίζεται ως η αδυναμία ενός ζευγαριού να έχει εγκυμοσύνη μετά από ένα χρόνο από σεξουαλικών επαφών χωρίς προφύλαξη. Η υπογονιμότητα είναι πολύ συνηθισμένη. Περίπου το 15 % των ζευγαριών είναι υπογόνιμα.Η ικανότητα ενός ζευγαριού να έχει εγκυμοσύνη εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, τόσο του άνδρα όσο και της συντρόφου του. Μεταξύ όλων των περιπτώσεων υπογονιμότητας, περίπου το 20 % μπορεί να αποδοθεί στον ανδρικό παράγοντα, το 40 % στον γυναικείο, και 30 % μπορεί να αποδοθεί σε παράγοντες, που οφείλονται και στους δύο. Σε περίπου 15 % ζευγαριών, η αιτία της υπογονιμότητας δεν μπορεί κάποιους ειδικούς παράγοντες.

ΑΝΔΡΙΚΗ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ

Η γονιμότητα στους άνδρες απαιτεί φυσιολογική λειτουργία του υποθαλάμου, της υπόφυσης, και των όρχεων. Ως εκ τούτου, μια ποικιλία από διαφορετικές συνθήκες μπορεί να οδηγήσουν σε υπογονιμότητα. Η αξιολόγηση της ανδρικής υπογονιμότητας μπορεί να αποκαλύψει μια υποκείμενη αιτία, η οποία μπορεί να καθοδηγήσει την θεραπεία. Ο έλεγχος ξεκινά συνήθως με ιατρικό ιστορικό, την κλινική εξέταση, και το σπερμοδιάγραμμα.

Το ιστορικό έχει σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της αξιολόγησης. Ενδιαφέρουν πληροφορίες σχετικά με την ανάπτυξη παιδική ηλικία και την ανάπτυξη, την σεξουαλική ανάπτυξη κατά την εφηβεία, το σεξουαλικό ιστορικό.  Ασθένειες και λοιμώξεις. Έκθεση σε ορισμένους περιβαλλοντικούς παράγοντες (αλκοόλ, οι ακτινοβολίες, τα στεροειδή, χημειοθεραπεία, και τοξικά χημικά προϊόντα). Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται σε χαρακτηριστικά που συνδέονται με απουσία τεστοστερόνης, η οποία μπορεί να περιλαμβάνουν απώλεια τριχών προσώπου και μαλλιών σώματος και μείωση του μεγέθους των όρχεων.

Άλλες συνθήκες που μπορεί να επηρεάσουν τη ανδρική γονιμότητα περιλαμβάνουν:

• Κιρσοκήλη, όρχεων

•Απούσα σπερματικού πόρου ή πάχυνση του τοιχώματος της επιδιδυμίδας

Σπερμοδιάγραμμα

Το σπερμοδιάγραμμα αποτελεί πολύ σημαντικό για την αξιολόγηση της ανδρικής υπογονιμότητας. Το σπερμοδιάγραμμα αυτή παρέχει πληροφορίες σχετικά με τον όγκο του σπέρματος, τον αριθμό, την κινητικότητα, το σχήμα των σπερματοζωαρίων.

Πριν την συλλογή δείγματος σπέρματος προτείνεται αποφυγή επαφών για 3-5 μέρες. Το δείγμα πρέπει να παραδίδεται στο εργαστήριο μέσα σε μια ώρα.

Εάν η αρχική ανάλυση σπέρματος είναι φυσιολογική, μπορεί ζητηθεί πολλές φορές ένα επιπλέον δείγμα. Αυτό γίνεται καλύτερα μία έως δύο εβδομάδες αργότερα.

Εξετάσεις αίματος παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τις ορμόνες που παίζουν ρόλο στην ανδρική γονιμότητα. Αν η συγκέντρωση σπερματοζωαρίων είναι χαμηλή ή υπάρχει υποψία για ορμονικό πρόβλημα, προτείνονται εξετάσεις αίματος για τη μέτρηση της συνολικής τεστοστερόνη, ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH), ωοθυλακιοτρόπο ορμόνη (FSH), και της προλακτίνης (ορμόνη υπόφυσης).

Σε περίπτωση υποψίας γενετικών ή χρωμοσωμικών ανωμαλιών, εξειδικευμένες εξετάσεις αίματος μπορεί να είναι αναγκαία για να ελέγχεται για την απουσία ή ανώμαλων περιοχών του ανδρικού χρωμοσώματος (χρωμόσωμα Υ).

Βιοψία όρχεων μπορεί να προτείνεται σε άνδρες με χαμηλό αριθμό ή απουσία σπερματοζωαρίων. Η βιοψία επιτρέπει την εξέταση της μικροσκοπική δομής των όρχεων και να καθορίσει εάν το υπάρχει ή όχι σπέρμα.

 

ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ

Το ιστορικό μπορεί να παρέχει κάποιες ενδείξεις σχετικά με την αιτία της γυναικείας υπογονιμότητας. Η κλινική εξέταση περιλαμβάνει συνήθως μια γενική εξέταση, με ιδιαίτερη προσοχή σε τυχόν σημεία ορμονική ανεπάρκεια ή σημεία των άλλων συνθηκών που θα μπορούσε να βλάψει τη γονιμότητα. Η γυναικολογική εξέταση είναι απαραίτητη για τον εντοπισμό ανωμαλιών του αναπαραγωγικού συστήματος. Οι εξετάσεις αίματος παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τα επίπεδα διαφόρων ορμονών που παίζουν ρόλο στη γυναικεία γονιμότητα. Στις γυναίκες, οι βασικές ορμόνες που παράγονται από τον υποθάλαμο, την υπόφυση και τις ωοθήκες. Οι ορμόνες αυτές περιλαμβάνουν την ωοθυλακιοτρόπο ορμόνη (FSH), την ωχρινοτρόπο ορμόνη (LH), και την προλακτίνη. Εξετάσεις για την αξιολόγηση της ωορρηξίας είναι απαραίτητες για την  αξιολόγηση της γυναικείας γονιμότητας. Ανωμαλίες της ωορρηξίας μπορεί συχνά να προσδιοριστούν από την εμμηνορρυσία ή επίπεδα ορμονών όπως το προ-ωορρηκτικό κύμα LH ή η προγεστερόνη ωχρινικής φάσης κύκλου.

 

Η αμηνόρροια σημαίνει συνήθως απουσία ωορρηξίας. Η βασική θερμοκρασία του σώματος, αυξάνεται κατά 0,5 º F έως 1,0 º F μετά την ωορρηξία. Τα επίπεδα της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH) αυξάνονται περίπου 38 ώρες πριν την ωορρηξία. Αυτή η αύξηση ορμόνη μπορεί να ανιχνευθεί με τη χρήση τεστ ούρων σπίτι. Ωστόσο, στο 15% αδυνατεί να ανιχνεύσει την αύξηση. Τα επίπεδα της προγεστερόνη ορμόνης είναι πιο ακριβής δείκτης ωορρηξίας. Κανονικά, τα επίπεδα της προγεστερόνης αυξάνονται μετά την ωορρηξία. Η  μέτρηση της προγεστερόνης επίπεδο γίνεται συνήθως 18 με 24 ημέρες μετά την πρώτη ημέρα της εμμηνορρυσίας. Αξιολόγηση μήτρας – σαλπίγγων. Ανωμαλίες της μήτρας που μπορούν να συμβάλουν στην υπογονιμότητα περιλαμβάνουν διαρθρωτικές συγγενείς ανωμαλίες, όπως το διάφραγμα της μήτρας, ανωμαλίες που συνδέονται με την έκθεση σε διαιθυλοστιλβεστρόλη (DES) (μια ορμόνη που χρησιμοποιήθηκαν στο παρελθόν για την πρόληψη αποβολών), η οποία μπορεί να προκαλέσει μια σχήματ T μήτρας, τα ινομυώματα, οι πολύποδες. Οι συμφύσεις και η απόφραξη των σαλπίγγων μπορεί να προκύψει ως αποτέλεσμα της πυελικής φλεγμονής, ενδομητρίωσης ή συμφύσεις της πυέλου από περιτονίτιδα ή χειρουργική επέμβαση.

Η σαλπιγγογραφία χρησιμοποιείται για να βοηθήσει στον εντοπισμό των ανωμαλιών μήτρας και σαλπίγγων. Αφορά την προσθήκη ενός μικρού καθετήρα μέσα από τον τράχηλο της μήτρας και στη μήτρα. Μια χρωστική ουσία ενίεται μέσω του καθετήρα, που γεμίζει τη μήτρα και τις  σάλπιγγες. Μια ακτινογραφία λαμβάνεται μετά την έγχυση χρωστικής ουσίας. Η εξέταση γίνεται ενώ η γυναίκα είναι ξύπνια, 5 έως 7 ημέρες μετά την εμμηνορρυσία.

Με την υστεροσκόπηση, ένας μικρός σωλήνα με κάμερα εισάγεται μέσω του τραχήλου και στη μήτρα. Αέρας ή υγρό εγχέεται να στη μήτρα και επιτρέπει στο ιατρό να δει μέσα στη μήτρα. Η υστεροσκόπηση γίνεται συνήθως σε γυναίκες που θεωρείται ότι έχουν παθολογική μήτρα, με βάση την σαλπιγγογραφία ή το υπερηχογράφημα. Αρκετές ανωμαλίες μήτρας αντιμετωπίζονται χειρουργικά κατά τη διάρκεια της υστεροσκόπηση.

Το κολπικό υπερηχογράφημα παρέχει σαφέστερη εικόνα της μήτρας και των ωοθηκών από το υπερηχογράφημα που γίνεται μέσα από την κοιλιά. Γίνεται μέτρηση του μεγέθους και του σχήματος της μήτρας και των ωοθηκών, αξιολόγηση για την παρουσία ή όχι ινομυωμάτων, πολυπόδων ή μορφωμάτων στις ωοθήκες.

Με την λαπαροσκόπηση, ένα λεπτός, φωτιζόμενος σωλήνας εισάγεται μέσα από μια μικρή τομή στην κοιλιακή χώρα, που επιτρέπουν να δούμε τη μήτρα, τις ωοθήκες και τις σάλπιγγες. Η λαπαροσκόπηση μπορεί να εντοπίσει βλάβες και απόφραξη των σαλπίγγων, την ενδομητρίωση, και άλλες ανωμαλίες των πυελικών δομών. Είναι το καλύτερο κριτήριο για τη διάγνωση της ενδομητρίωσης και συμφύσεων. Επιπλέον, η ενδομητρίωση μπορεί να θεραπευθεί κατά λαπαροσκόπηση, η οποία μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση των ποσοστών εγκυμοσύνης σε γυναίκες με υπογονιμότητα που έχουν ενδομητρίωση.

Γενετικές εξετάσεις προτείνονται όταν υπάρχει υποψία για γενετικές ή χρωμοσωμικές ανωμαλίες που συμβάλλουν στην υπογονιμότητα.

 

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ

 

Άγχος, κατάθλιψη, οργή, ντροπή και ενοχή. Σε μία μελέτη, το 40 % των ασθενών με υπογονιμότητα είχαν με κάποιου είδους ψυχιατρική διαταραχή. Η πιο συχνή διάγνωση ήταν η αγχώδης διαταραχή (23%) ακολουθούμενη από μείζονα καταθλιπτική διαταραχή (17%) Τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες μπορούν να υποφέρουν από αυτά τα προβλήματα, τα οποία μπορούν να εμποδίσουν περαιτέρω την ικανότητα του ζευγαριού για εγκυμοσύνη. Ψυχολογική του κατάσταση σχετίζεται με την αποτυχία της θεραπείας της υπογονιμότητας και παρεμβάσεις για την ανακούφιση του στρες που σχετίζεται με αυξημένα ποσοστά εγκυμοσύνης. Η καλύτερη προσέγγιση για τη θεραπεία της ψυχικής διαταραχής που σχετίζονται με τη θεραπεία υπογονιμότητας δεν έχει προσδιοριστεί. Ωστόσο, αξιολόγηση από ψυχίατρο μπορεί να χρειαστούν για ορισμένα πρόσωπα με σημαντικά συμπτώματα άγχους ή κατάθλιψης.

 

ΕΛΕΓΧΟΣ ΓΙΑ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ

Ο έλεγχος προτείνεται όταν έχουν περάσει 12 μήνες με τακτικές και ελεύθερες (χωρίς προφυλάξεις) επαφές. Τακτικές επαφές θεωρούνται όταν είναι 2 με 3 την εβδομάδα και όχι μόνο τις «γόνιμες ημέρες». Επιπλέον πρέπει η γυναίκα να είναι κάτω των 35 ετών και δεν υπάρχουν, με βάση το ιστορικό, παράγοντες κινδύνου για υπογονιμότητα. Έχουν περάσει 6 μήνες με τακτικές και ελεύθερες επαφές και η ηλικία της γυναίκας είναι 35 με 40 ετών. Προτείνουμε να ξεκινήσει άμεσα ο έλεγχος χωρίς να περιμένουμε τους 6-12 μήνες με τακτικές και ελεύθερες επαφές όταν:

        Η ηλικία της γυναίκας είναι άνω των 40 ετών. Σε γυναίκες με αμηνόρροια, ολιγομηνόρροια ή γενικότερα διαταραχές στην περίοδο. Σε γυναίκες με ιστορικό χημειοθεραπείας ή ακτινοθεραπείας. Σε γυναίκες με ιστορικό σοβαρής ενδομητρίωσης. Σε γυναίκες που υπάρχει υποψία προβλήματος στη μήτρα ή τις σάλπιγγες. Σε ζευγάρια όπου ο σύντροφος έχει ιστορικό χειρουργείου στους όρχεις, παρωτίτιδας σε μεγάλη ηλικία, δυσκολία στην σεξουαλική πράξη, ιστορικό χημειοθεραπείας ή ακτινοθεραπείας. Αν ο άνδρας έχει ιστορικό υπογονιμότητας με άλλη σύντροφο στο παρελθόn

 

ΑΙΤΙΑ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑΣ

Η ικανότητα ενός ζευγαριού να επιτύχει εγκυμοσύνη εξαρτάται από την φυσιολογική γονιμότητα τόσο του άνδρα όσο και της γυναίκας.Τα αίτια της υπογονιμότητας είναι συνήθως πολύπλοκα αλλά γνωρίζουμε ότι     στο 35% των περιπτώσεων υπάρχει πρόβλημα στο σπέρμα. στο 35% το πρόβλημα εντοπίζεται στις σάλπιγγες. στο 15% υπάρχει διαταραχή στην διαδικασία της ωοθυλακιορρηξίας. σε ένα υψηλό ποσοστό 10% όπου δεν μπορούμε να ανακαλύψουμε την αιτία (ανεξήγητη υπογονιμότητα). σε ένα 5% εντοπίζουμε πιο σπάνια αίτια. Σε ένα μεγάλο αριθμό περιπτώσεων (35-40%) η βρίσκουμε προβλήματα τόσο στον άντρα όσο και στην γυναίκα.

 

ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟΥΣ ΑΝΔΡΕΣ

Η γονιμότητα στους άνδρες απαιτεί την καλή λειτουργία του υποθαλάμου και της υπόφυσης, που βρίσκονται στον εγκέφαλο, καθώς και των όρχεων. Πολλοί διαφορετικοί παράγοντες μπορεί να οδηγήσουν σε υπογονιμότητα. Η διερεύνηση της ανδρικής υπογονιμότητας μπορεί να υποδείξει μια υποκείμενη αιτία, η οποία μπορεί να οδηγήσει και στην θεραπεία. Στην διερεύνηση συνήθως αρχίζουμε με ένα ιατρικό ιστορικό, φυσική εξέταση, και εξέταση σπέρματος. Μπορεί όμως να χρειαστούν και άλλες εξετάσεις οι οποίες συνήθως καθορίζονται σε συνεργασία με ιατρό ουρολόγο.

 

Η ανάλυση σπέρματος (σπερμοδιάγραμμα) είναι απαραίτητη στην διαδικασία διερεύνησης της υπογονιμότητας. Η ανάλυση αυτή παρέχει πληροφορίες σχετικά με την ποσότητα του σπέρματος, τον αριθμό, την κινητικότητα, και τη μορφολογία των σπερματοζωαρίων.Εάν η αρχική ανάλυση του σπέρματος δεν έχει φυσιολογικά αποτελέσματα είναι απαραίτητη η επανάληψη της εξέτασης μετά από 2 μήνες περίπου.Οι εξετάσεις αίματος παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τις ορμόνες που παίζουν ρόλο στην ανδρική γονιμότητα. Εάν η συγκέντρωση σπέρματος είναι χαμηλή ή ο γιατρός υποψιάζεται ένα ορμονικό πρόβλημα, ο γιατρός μπορεί να ζητήσει εξετάσεις αίματος για τη μέτρηση της ολικής τεστοστερόνης, της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH), της ωοθυλακιοτρόπου ορμόνης (FSH) και της προλακτίνης (ορμόνη της υπόφυσης).Εάν υπάρχει υποψία για γενετικές ή χρωμοσωμικές ανωμαλίες, μπορεί να χρειαστούν εξειδικευμένες εξετάσεις αίματος για να ελεγχθεί εάν απουσιάζουν τμήματα ή υπάρχουν ανωμαλίες στο Υ χρωμόσωμα που υπάρχει μόνο στον άντρα. Μερικοί άνδρες κληρονομούν γονίδια που σχετίζονται με την κυστική ίνωση η οποία μπορεί να οδηγήσει σε υπογονιμότητα λόγω χαμηλού αριθμού σπερματοζωαρίων. Ωστόσο, αυτοί οι άνδρες δεν έχουν τα άλλα συνήθη συμπτώματα της κυστικής ίνωσης που αφορούν τον πνεύμονα ή το έντερο.Εάν υπάρχει υποψία απόφραξης στην επιδιδυμίτιδα ή τον σπερματικό πόρο χρειάζεται να γίνει ένα υπερηχογράφημα.Εάν υπάρχει υποψία παλίνδρομης εκσπερμάτισης (είσοδος του σπέρματος στην ουροδόχο κύστη), απαιτείται μια εξέταση ούρων μετά από εκσπερμάτιση.Βιοψία όρχεων (συλλογή ενός μικρού δείγματος ιστού όρχεος) συστήνεται στους άνδρες που δεν έχουν σπερματοζωάρια στην ανάλυση σπέρματος. Η βιοψία μπορεί να γίνει είτε με χειρουργική διάνοιξη των όρχεων ή με αναρρόφηση με λεπτή βελόνα (εισάγοντας μια μικρή βελόνα μέσα στους όρχεις και αφαιρώντας ένα δείγμα του ιστού). Η ανοικτή βιοψία γίνεται συνήθως στο χειρουργείο με γενική αναισθησία, ενώ η αναρρόφηση με λεπτή βελόνα μπορεί να γίνει με τοπική αναισθησία στο ιατρείο. Η βιοψία επιτρέπει στον ιατρό να εξετάσει την μικροσκοπική δομή των όρχεων και να καθορίσει εάν το σπέρμα είναι παρών. Η ύπαρξη παραγωγής σπερματοζωαρίων στους όρχεις, όταν δεν ανιχνεύονται στην εκσπερμάτωση δείχνει μπλοκάρισμα στο αναπαραγωγικό σύστημα.

ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ

 

Το προηγούμενο ιατρικό ιστορικό μπορεί να παρέχει κάποιες ενδείξεις για την αιτία της υπογονιμότητας. Ο ιατρός θα ρωτήσει σχετικά με την ανάπτυξη της παιδικής ηλικίας, την σεξουαλική ανάπτυξη κατά την εφηβεία, το ιστορικό των σεξουαλικών επαφών, πιθανές ασθένειες και λοιμώξεις, χειρουργικές επεμβάσεις, φάρμακα που χρησιμοποιούνται, έκθεση σε ορισμένους περιβαλλοντικούς παράγοντες (αλκοόλ, ακτινοβολία, στεροειδή, χημειοθεραπεία, και τοξικές χημικές ουσίες). Θα αναζητηθούν προηγούμενες εξετάσεις που τυχόν έχουν γίνει και αφορούν την υπογονιμότητα.Η αμηνόρροια (απουσία εμμήνου ρύσης) σημαίνει συνήθως και απουσία της ωοθυλακιορρηξίας, και μπορεί να είναι η αιτία της υπογονιμότητας. Ολιγομηνόρροια (ακανόνιστη και αραιή έμμηνος ρύση) μπορεί να είναι ένα σημάδι ακανόνιστης ωοθυλακιορρηξίας. Αν και η ολιγομηνόρροια δεν αποκλείει την εγκυμοσύνη, μπορεί να μειώνει τις πιθανότητες να μείνετε έγκυος.

Οι εξετάσεις αίματος παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τα επίπεδα διαφόρων ορμονών που παίζουν ρόλο στην γυναικεία γονιμότητα. Στην γυναίκα οι βασικές ορμόνες παράγονται από τον υποθάλαμο, την υπόφυση, και τις ωοθήκες. Αυτές οι ορμόνες περιλαμβάνουν την ωοθυλακιοτρόπο ορμόνη (FSH), την ωχρινοτρόπος (LH) και την οιστραδιόλη ώστε να αξιολογηθεί η λειτουργία των ωοθηκών. H TSH εκτιμά γενικά την λειτουργία του θυρεοειδούς και η προλακτίνη αξιολογεί την πιθανότητα παρουσίας ενός καλοήθους όγκου της υπόφυσης (προλακτίνωμα). Συνήθως αυτές οι εξετάσεις διενεργούνται σε συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο σε σχέση με τον κύκλο της γυναίκας.Η ωοθυλακιορρηξία (η ρήξη του ωοθυλακίου και η απελευθέρωση ενός ωαρίου από μια ωοθήκη) είναι διαδικασία απαραίτητη για τη γονιμότητα. Οι ανωμαλίες της ωοθυλακιορρηξίας μπορεί συχνά να είναι εμφανείς από ιστορικό του κύκλου της γυναίκας (αμηνόρροια ή ολιγομηνόρροια). Η παρακολούθηση της βασικής θερμοκρασίας του σώματος (που μετράται πριν σηκωθείτε από το κρεβάτι το πρωί) είχε υποστηριχθεί παλιότερα ότι βοηθά, και δείχνει εάν έχει συμβεί ωοθυλακιορρηξία. Η θερμοκρασία μιας γυναίκας αυξάνεται συνήθως κατά μισό με ένα βαθμό Κελσίου μετά την ωοθυλακιορρηξία. Ωστόσο, είναι δύσκολο συνήθως να αξιολογηθεί σωστά και γενικά πιά δεν συνιστάται στην αξιολόγηση της υπογονιμότητας.

Τα επίπεδα της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH) αυξάνονται απότομα περίπου 38 ώρες πριν από την ωοθυλακιορρηξία. Αυτή η απότομη αύξηση της ορμόνης μπορεί να ανιχνευθεί χρησιμοποιώντας ένα τεστ ωορρηξίας στο σπίτι (μπορείτε να το προμηθευτείτε από τα φαρμακεία). Ωστόσο, αυτό το κιτ αποτυγχάνει να ανιχνεύσει το αυξητικό κύμα της ορμόνης περίπου στο 15% των περιπτώσεων. Τα επίπεδα αίματος της ορμόνης προγεστερόνης είναι πιο ακριβής δείκτης της ωοθυλακιορρηξίας. Κανονικά, τα επίπεδα της προγεστερόνης αυξάνονται μετά την ωοθυλακιορρηξία. Η μέτρηση των επιπέδων της προγεστερόνης γίνεται 7 ημέρες μετά την ωοθυλακιορρηξία, συνήθως 20 έως 24 ημέρες μετά την πρώτη ημέρα της εμμήνου ρύσεως.

 

Υπερηχογραφική παρακολούθηση της ωοθυλακιορρηξίας. Γνωρίζουμε ότι ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης του (κυρίαρχου) ωοθυλακίου είναι συνήθως 2 χιλιοστά την ημέρα και η ωοθυλακιορρηξία συμβαίνει όταν το μέγεθος φτάσει στα 20 περίπου χιλιοστά. Παρακολουθώντας υπερηχογραφικά την ανάπτυξη του ωοθυλακίου μπορούμε να επιβεβαιώσουμε την ωοθυλακιορρηξία και να προσδιορίσουμε με μεγάλη ακρίβεια τον χρόνο της.Υπάρχουν ανωμαλίες που αφορούν την δομή της μήτρας και μπορεί να συμβάλλουν στην υπογονιμότητα. Αυτές περιλαμβάνουν συγγενείς (εκ γενετής) ανατομικές ανωμαλίες, όπως είναι το διάφραγμα τα μήτρας (ένα κομμάτι ιστού που μικραίνει την κοιλότητα της μήτρας) τα ινομυώματα, οι πολύποδες και δομικές ανωμαλίες που μπορεί να προκύψουν μετά από γυναικολογικές επεμβάσεις.Ουλές και απόφραξη των σαλπίγγων μπορεί να προκύψουν μετά από σαλπιγγίτιδα, λόγω ενδομητρίωσης, ή μετά επεμβάσεις στην κοιλιά ή κοιλιακές φλεγμονές όπως η σκωληκοειδίτιδα (που έχουν σαν αποτέλεσμα την δημιουργία συμφύσεων και ουλών στην πύελο).

 

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΕΣ ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑΣ

Τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες μπορεί να υποφέρουν από αυτά τα προβλήματα, τα οποία μπορεί να παρεμποδίσουν περαιτέρω την ικανότητα του ζευγαριού να πετύχει κύηση. Η αποτυχία στην θεραπεία της υπογονιμότητας αυξάνει την ψυχολογική επιβάρυνση. Έχει αποδειχθεί ότι παρεμβάσεις που μειώνουν το στρες σχετίζονται με αυξημένα ποσοστά εγκυμοσύνης. Η καλύτερη προσέγγιση για την αντιμετώπιση των ψυχολογικών προβλημάτων δεν έχει προσδιοριστεί. Ωστόσο, ορισμένοι ειδικοί προτείνουν τεχνικές χαλάρωσης και διαχείρισης του στρες, εκπαίδευση στην προσαρμογή σε δύσκολες συνθήκες, καθώς και την συμμετοχή σε ομάδες υποστήριξης με το ίδιο πρόβλημα. Μπορεί να απαιτηθεί βοήθεια από ψυχολόγο για ορισμένα άτομα με σημαντικά συμπτώματα άγχους ή κατάθλιψης.

 

ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΚΛΗΡΥΝΣΗ ΚΑΤΑ ΠΛΑΚΑΣ

Οι θεραπείες υπογονιμότητας μπορεί να αυξήσουν σημαντικά τη δραστηριότητα της σκλήρυνσης κατά πλάκας.Ερευνητές αναφέρουν ότι οι γυναίκες με Σκλήρυνση κατά Πλάκας (ΣκΠ) που υποβάλλονται σε θεραπεία για την υπογονιμότητα με κάποια Τεχνική Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής (ART) είναι σε κίνδυνο για αύξηση της δραστηριότητας της νόσου. Τα ευρήματα της μελέτης που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Annals of Neurology, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι αναπαραγωγικές ορμόνες συμβάλλουν στην ρύθμιση των αντιδράσεων του ανοσοποιητικού σε περιπτώσεις αυτοάνοσου νοσήματος, όπως η σκλήρυνση κατά πλάκας (ΣκΠ).Σύμφωνα με μια έκθεση του 2006 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), η σκλήρυνση κατά πλάκας πλήττει 2,5 εκατομμύρια άτομα σε όλο τον κόσμο και είναι πιο συχνή στις γυναίκες από ότι τους άνδρες. Ενώ προηγούμενη έρευνα διαπίστωσε ότι μέχρι και το 20% των ζευγαριών στις δυτικές χώρες πάσχουν από υπογονιμότητα, οι γυναίκες με σκλήρυνση κατά πλάκας συνήθως δεν έχουν μειωμένη γονιμότητα, εκτός από εκείνες που έλαβαν κυκλοφωσφαμίδη ή υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών. Τα ιατρικά στοιχεία δείχνουν ότι οι σεξουαλικές ορμόνες και εκείνες που εμπλέκονται στην ωορρηξία (ορμόνες που εκκρίνουν γοναδοτροπίνη (GnRH)), διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη αυτοάνοσων διαταραχών.

 

    Όταν η ΣκΠ και η στειρότητα συμπίπτουν, οι ασθενείς οδηγούνται στην ART για επίτευξη εγκυμοσύνης, εξηγεί ο Δρ Jorge Correale του Ινστιτούτου Νευρολογικών Ερευνών Raúl Carrea. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν το ρόλο κάποιων αναπαραγωγικών ορμονών στα αυτοάνοσα νοσήματα, όσες γυναίκες έχουν ΣκΠ και δέχονται θεραπείες υπογονιμότητας διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο επιδείνωσης της νόσου.Για να κατανοήσουν περαιτέρω την επίδραση της θεραπείας της υπογονιμότητας στη δραστηριότητα της ΣκΠ, οι ερευνητές ανέλυσαν κλινικά, ακτινολογικά, και ανοσοποιητικά δεδομένα ασθενών με ΣΚΠ που υποβλήθηκαν σε 26 κύκλους ART. Επίσης, χρησιμοποίησαν ένα επιστημονικά επιλεγμένο δείγμα ελέγχου.

 

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το 75% των ασθενών με ΣκΠ παρουσίασαν επιδείνωση της νόσου μετά από μια θεραπεία υπογονιμότητας. Υποτροπές στη ΣκΠ αναφέρθηκαν στο 58% των κύκλων κατά τη διάρκεια περιόδου τριών μηνών μετά τη θεραπεία με ART. Επιπλέον, η ART συνδέθηκε με μια επταπλάσια αύξηση του κινδύνου επιδείνωσης της ΣκΠ και εννέα φορές μεγαλύτερη αύξηση της δραστηριότητας της νόσου με τη βοήθεια μαγνητικής τομογραφίας (MRI). Οι συγγραφείς σημειώνουν ότι το 73% των παροξύνσεων ήταν νέα συμπτώματα και το 27% αποδόθηκε στην επιδείνωση των προϋπάρχοντων συμπτωμάτων.

 

ΩΟΡΡΗΞΙΑ

Οι διαταραχές ωορρηξίας, ενέχονται για το 25% της υπογονιμότητας στα ζευγάρια. Αυτές μπορεί να οφείλονται σε προβλήματα στη ρύθμιση των αναπαραγωγικών ορμονών από τον υποθάλαμο ή την υπόφυση, είτε από προβλήματα στην ίδια την ωοθήκη .Ανωμαλία στην έκκριση των ορμονών FSH και LH.Οι δύο αυτές ορμόνες είναι υπεύθυνες για την πρόκληση της ωορρηξίας κάθε μήνα. Οι δύο αυτές ορμόνες παράγονται από την υπόφυση με έναν συγκεκριμένο ρυθμό κατά τη διάρκεια του εμμηνορροϊκού κύκλου. Υπερβολικό σωματικό ή συναισθηματικό στρες καθώς και η απότομη αύξηση ή μείωση βάρους, μπορεί να διαταράξει αυτό το ρυθμό παραγωγής των ορμονών και να επηρεάσει την ωορρηξία. Η κύρια ένδειξη για το πρόβλημα αυτό είναι ακανόνιστη ή απούσα περίοδος. Λιγότερο συχνά, συγκεκριμένες ασθένειες της υπόφυσης συνήθως συνδέονται με ελλείψεις άλλων ορμονών και μπορεί να είναι η αιτία διαταραχών της ωορρηξίας.

Σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS)

Στο PCOS, πολύπλοκες αλλαγές συνίστανται στον υποθάλαμο, την υπόφυση και τις ωοθήκες, με αποτέλεσμα την υπερπαραγωγή αρσενικών ορμονών (ανδρογόνα), η οποία επηρεάζει την ωορρηξία. Το PCOS μπορεί επίσης να σχετίζεται με αντίσταση του οργανισμού στην ινσουλίνη αλλά και με την παχυσαρκία.

Προβλήματα της ωχρινικής φάσης του κύκλου.Αυτά συμβαίνουν όταν η ωοθήκη δεν παράγει αρκετή ορμόνη προγεστερόνη μετά την ωορρηξία. Η προγεστερόνη είναι ζωτικής σημασίας για την προετοιμασία του ενδομητρίου προκειμένου να διατηρήσει το γονιμοποιημένο ωάριo.

Η πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια.Αυτή η διαταραχή προκαλείται συνήθως από αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος, όπου το σώμα «κατά λάθος» πραγματοποιεί επίθεση στους ιστούς των ωοθηκών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια των ωαρίων στην ωοθήκη, καθώς και σε μειωμένη παραγωγή οιστρογόνων.

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΜΕ ΤΙΣ ΣΑΛΠΙΓΓΕΣ

Βλάβες στις σάλπιγγες.Όταν οι σάλπιγγες υποστούν ζημιά, απόφραξη ή καταστραφούν, τότε το σπέρμα εμποδίζεται από το να φτάσει το ωάριο ή κλείνει το πέρασμα του γονιμοποιημένου ωαρίου προς τη μήτρα. Αιτίες που μπορεί να προκαλέσουν στις σάλπιγγες ζημία ή απόφραξη μπορεί να είναι φλεγμονή στις σάλπιγγες (σαλπιγγίτιδα) λόγω χλαμυδίων ή βλεννόρροιας,προηγούμενη έκτοπη κύηση, στην οποία ένα γονιμοποιημένο ωάριο εμφυτεύεται και αρχίζει να αναπτύσσεται μέσα στη σάλπιγγα και όχι στη μήτρα ή προηγούμενη εγχείρηση στην κοιλιακή χώρα ή την πύελο.

ΕΝΔΟΜΗΤΡΙΩΣΗ

Ενδομητρίωση.Η ενδομητρίωση παρουσιάζεται όταν ιστός του ενδομητρίου εμφυτεύεται και αναπτύσσεται σε άλλα όργανα της πυέλου (ωοθήκες κ.λ.π.). Αυτή η ανάπτυξη του επιπλέον ιστού (και η χειρουργική αφαίρεση του) μπορεί να προκαλέσει συμφύσεις, οι οποίες δυσχεραίνουν τη γονιμότητα. Οι ερευνητές πιστεύουν επίσης ότι η ύπαρξη αυτών των επιπλέον ενδομητριωσικών ιστών μπορεί να οδηγεί στην παραγωγή ουσιών που επηρεάζουν τη σύλληψη.

ΤΡΑΧΗΛΟΣ ΤΗΣ ΜΗΤΡΑΣ ΚΑΙ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ

Είναι δυνατόν να την προκαλέσει μια κληρονομική δυσπλασία ή βλάβη του τραχήλου. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο τράχηλος δεν μπορεί να παράξει το καλύτερο δυνατό είδος της βλέννας για την κινητικότητα του σπέρματος και τη γονιμοποίηση. Επιπλέον, η δίοδος του τραχήλου της μήτρας μπορεί να είναι σχεδόν κλειστή, καθιστώντας δύσκολο για το σπέρμα να φθάσει τα ωάρια και να τα γονιμοποιήσει.

ΙΝΟΜΥΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ

Καλοήθεις πολύποδες ή όγκοι (π.χ. ινομυώματα) στη μήτρα, είναι συνηθισμένοι σε γυναίκες από 30 ετών και άνω, όπου μπορούν να επηρεάσουν τη γονιμότητα, αποφράσσοντας τις σάλπιγγες ή διαταράσσοντας την εμφύτευση του εμβρύου. Ωστόσο, πολλές γυναίκες που έχουν ινομυώματα μπορεί να μείνουν έγκυοι. Ουλές στο εσωτερικό της μήτρας μπορεί επίσης να διαταράξουν την εμφύτευση, ενώ ορισμένες γυναίκες που γεννήθηκαν με ανωμαλίες μήτρας, όπως ένα ασυνήθιστο σχήμα της μήτρας, μπορεί να έχουν προβλήματα στο να συλλάβουν ή να διατηρήσουν την κύηση.

 

ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ ΚΑΙ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ

Ο σακχαρώδης διαβήτης αποτελεί ένα ολοένα και συχνότερα εμφανιζόμενο  πρόβλημα υγείας της εποχής μας  που έχει επίσης κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις για το άτομο με διαβήτη, την οικογένεια του και την κοινωνία. Περίπου 380 εκατομμύρια άτομα υπολογίζεται ότι πάσχουν από διαβήτη παγκοσμίως και  ο αριθμός τους αναμένεται να ξεπεράσει τα 500 εκατομμύρια το 2030. Στην Ελλάδα τα άτομα με διαβήτη υπολογίζονται σε 850 με 900 χιλιάδες.  Αυξημένη είναι και η συχνότητα και των δύο κύριων τύπων του διαβήτη στην νεαρή αναπαραγωγική ηλικία.Ο διαβήτης αποτελεί ένα από τα κύρια νοσήματα για την αντιμετώπιση του οποίου ξοδεύονται τεράστια ποσά  χρημάτων κάθε χρόνο.  Διακρίνονται δύο κύριοι τύποι διαβήτη, ο διαβήτης τύπου 1, όπου απαιτείται εξ αρχής ινσουλινοθεραπεία  (περίπου 10% των περιπτώσεων) και ο διαβήτης τύπου 2 (περίπου 90%) που σχετίζεται  με την παχυσαρκία και τον κακό τρόπο ζωής που ζει σήμερα ο σύγχρονος άνθρωπος, στον οποίο η ινσουλίνη απαιτείται συνήθως αργότερα. Υπάρχουν επίσης ο διαβήτης που εμφανίζεται στη εγκυμοσύνη και αυτός που συνοδεύει ενδοκρινοπάθειες, άλλες διαταραχές του μεταβολισμού,  τη χορήγηση  διαφόρων φαρμάκων και διάφορα γενετικά  νοσήματα.Ο  μακροχρόνιος και αρρύθμιστος διαβήτης  συνδέεται με μακροχρόνιες επιπλοκές στα διάφορα όργανα, όπως οφθαλμοί, νεφρά, νεύρα, καρδιά, εγκέφαλος και κάτω άκρα,  που οφείλονται σε βλάβες στα μεγάλα και τα μικρά αγγεία του σώματος τις οποίες προκαλεί.

 

Είναι γνωστό ότι η αναπαραγωγική λειτουργία και στον άνδρα και στη γυναίκα είναι μια πολύ ευαίσθητη διαδικασία και εξαρτάται από τη σωστή λειτουργία του γεννητικού συστήματος και των δύο φύλων καθώς επίσης και από πολλούς άλλους σωματικούς και  ψυχογενείς παράγοντες. Όταν μιλούμε για υπογονιμότητα εννοούμε αδυναμία σύλληψης μετά από ένα έτος ελεύθερης, χωρίς προφυλάξεις ερωτικής επαφής. Η υπογονιμότητα απαντάται περίπου στο 15% των νέων ζευγαριών.Και ενώ στις γυναίκες με διαβήτη η υπογονιμότητα ήταν γνωστή από παλιά, προστέθηκαν σχετικά πρόσφατα ο σακχαρώδης διαβήτης στους άνδρες και η παχυσαρκία. Η αύξηση της μάζας του λίπους και μάλιστα του κοιλιακού επιδρά στη βιοσύνθεση των ορμονών του φύλου(ανδρογόνα) και δημιουργείται έτσι περίσσεια γυναικείων ορμονών(οιστρογόνα). Το ίδιο αποτέλεσμα έχει και η αντίσταση στη δράση της ινσουλίνης που είναι χαρακτηριστικό  του διαβήτη τύπου 2.  Έτσι η παχυσαρκία και ιδίως η ανδρικού τύπου(κοιλιακή) που παρατηρείται σε μεγάλο ποσοστό ανδρών, αλλά και γυναικών,  με διαβήτη τύπου 2 έχει συνδυασθεί με  υπογονιμότητα.Επίσης η αναπαραγωγική λειτουργία διαταράσσεται στον άνδρα  και λόγω της στυτικής δυσλειτουργίας και της διαταραχής στην εκσπερμάτιση που παρατηρούνται στη διαβητική νευροπάθεια και αγγειοπάθεια.  Μπορεί να υπάρχει και διαταραχή στη λειτουργία των όρχεων και στη μεταφορά του σπέρματος, καθώς και άλλες ενδοκρινικές διαταραχές που καταλήγουν στον λεγόμενο υπογοναδισμό. Η στυτική δυσλειτουργία οφείλεται αρκετά συχνά και σε ψυχογενή αίτια, ιδίως κατάθλιψη και αγχώδη διαταραχή, που απαντώνται  συχνά στο διαβήτη, και τα οποία αν αντιμετωπισθούν κατάλληλα θεραπεύουν και τη στυτική δυσλειτουργία.

Η αποτελεσματική θεραπεία του διαβήτη και της παχυσαρκίας, η αποφυγή καπνίσματος, οινοπνεύματος και φαρμάκων που επιδεινώνουν τη στυτική δυσλειτουργία και η διάγνωση και αντιμετώπιση καταστάσεων που συνυπάρχουν μπορούν να δώσουν λύση στο πρόβλημα της υπογονιμότητας σε μεγάλο αριθμό ανδρών  με  σακχαρώδη διαβήτη.

Όσον αφορά τις γυναίκες με διαβήτη και παχυσαρκία η υπογονιμότητα μπορεί να οφείλεται κατ’ αρχάς σε σεξουαλική δυσλειτουργία λόγω ξηρότητας κόλπου, μυκητιάσεων και άλλων φλεγμονών, κατάθλιψης και χορήγησης διαφόρων φαρμάκου. Όλα αυτά κάνουν την σεξουαλική επαφή επώδυνη και άρα μη επιθυμητή με αποτέλεσμα να έχουμε την αποκαλούμενη ψυχρότητα. Παλαιότερα όταν η ρύθμιση του διαβήτη σε γυναίκες, ιδίως με διαβήτη τύπου 1,  ήταν πολύ άσχημη με τιμές γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης περί το 9-10% , η σύλληψη ήταν αρκετά δύσκολη.  Φυσικά υπήρχε πάντα και ο φόβος των συγγενών διαμαρτιών από το έμβρυο, και εάν υπήρχαν και εγκατεστημένες επιπλοκές διαβήτη, τότε η εγκυμοσύνη  ήταν και ανεπιθύμητη. Σήμερα με την καλή ρύθμιση του διαβήτη το ποσοστό της υπογονιμότητας έχει μειωθεί σημαντικά και έτσι γυναίκες  και με τους δύο τύπους του διαβήτη μπορούν να συλλάβουν και να τεκνοποιήσουν κανονικά. Μόνη φροντίδα πρέπει να είναι η καλή ρύθμιση του διαβήτη και κατά την περίοδο της σύλληψης και καθ όλη την διάρκεια της εγκυμοσύνης. Σε γυναίκες με άσχημη ρύθμιση του διαβήτη και επιπλοκές μπορεί να συνυπάρχουν λειτουργικές αιμορραγίες, αραιομηνόρροια ή και αμηνόρροια με αποτέλεσμα δύσκολη σύλληψη. Τη σύλληψη δυσκολεύει κάποτε και  η δυσκολία ελέγχου της γλυκαιμίας κατά τις διάφορες φάσεις του εμμηνορρυσιακού κύκλου.

ΣΠΕΡΜΟΔΙΑΓΡΑΜΜΑ

Tο σπερμοδιάγραμμα ή ανάλυση σπέρματος, χρησιμοποιείται για να προσδιοριστεί αν ένας άνδρας είναι γόνιμος ή όχι. Η ανάλυση σπέρματος παίρνει υπ’ όψη πολλές παραμέτρους και πραγματοποιεί διάφορες δοκιμές στο σπέρμα.Μια ανάλυση σπέρματος για τον προσδιορισμό της γονιμότητας θα πρέπει να πραγματοποιείται σε τουλάχιστον δύο δειγματοληψίες, με διαφορά το λιγότερο επτά ημερών στη διάρκεια μιας περιόδου δύο έως τριών μηνών, επειδή ορισμένες συνθήκες μπορεί να επηρεάσουν τα επίπεδα σπέρματος.Ένα δείγμα σπέρματος μπορεί να χαρακτηριστεί από:

    ολιγοσπερμία, όταν ο αριθμός των σπερματοζωαρίων είναι χαμηλότερος από το φυσιολογικό (<20 εκατ. / ml)

    ασθενοσπερμία, όταν το ποσοστό κινητικότητας των σπερματοζωαρίων είναι χαμηλό

    ολιγοασθενοσπερμία, όταν ο αριθμός και η κινητικότητα είναι χαμηλότερα από το κανονικό

    τερατοσπερμία, όταν παρατηρείται ένα υψηλό ποσοστό δύσμορφων σπερματοζωαρίων

    αζωοσπερμία, όταν δεν ανιχνεύονται καθόλου σπερματοζωάρια

Ο τυπικός όγκος σπέρματος που συλλέγεται είναι περίπου το μισό ενός κουταλιού του γλυκού (2-6 millilitres) σε υγρό. Λιγότερο σπέρμα υποδεικνύει λιγότερα σπερματοζωάρια, γεγονός που ενδεχομένως θα επηρεάσει τη γονιμότητα. Περισσότερο σπέρμα δείχνει πάρα πολύ υγρό, το οποίο θα αποδυνάμωνε την πυκνότητα τού σπέρματος, επίσης δείγμα πιθανής υπογονιμότητας.

Η πυκνότητα των σπερματοζωαρίων μέσα στο σπέρμα, μετριέται σε εκατομμύρια σπερματοζωάρια ανά millilitre σπέρματος. Κανονική είναι μεγαλύτερο ή ίσο με 20 εκατ. ανά millilitre (και πάνω από 80 εκατομμύρια σπερματοζωάρια σε μία εκσπερμάτιση). Όσο μικρότερη πυκνότητα παρουσιάζεται σε ένα δείγμα σπέρματος, τόσο λιγότερες είναι οι πιθανότητες να επιτευχθεί εγκυμοσύνη.

Κινητικότητα σπερματοζωαρίων, είναι το ποσοστό αυτών που κινούνται σε ένα δείγμα. Όσο πιο αργά κινούνται (ή παραμένουν ακίνητα) τόσο λιγότερες και οι πιθανότητες για εγκυμοσύνη. Η πρόοδος του σπέρματος βαθμολογείται με βάση το μηδέν (δεν υπάρχει κίνηση) έως 4 ή υψηλότερη για το σπέρμα που κινείται σε ευθεία γραμμή με καλή ταχύτητα. Αν ο αριθμός των σπερματοζωαρίων που κινούνται είναι κάτω από το μισό, μια «κηλίδα» χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει το ποσοστό των νεκρών σπερματοζωαρίων. Αυτό ονομάζεται δοκιμή βιωσιμότητας σπέρματος.

Μορφολογία της ανάλυσης, είναι η μελέτη για το μέγεθος, το σχήμα, και την εμφάνιση των κυττάρων του σπέρματος. Η ανάλυση αξιολογεί τη δομή 200 σπερματοζωαρίων και οποιαδήποτε ελαττώματα καταγράφονται. Όσο περισσότερα ανώμαλα σπερματοζωάρια είναι παρόντα, τόσο χαμηλότερη είναι η πιθανότητα της

 

ΑΓΧΟΣ ΚΑΙ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ

Για τις γυναίκες είναι γνωστό ότι το στρες μπορεί να προκαλέσει ακόμη και αμηνόρροια –δηλαδή να σταματήσει η περίοδος. Για να συμβεί αυτό πρέπει να αλλάξουν τόσο πολύ οι ορμόνες ώστε να αδρανήσουν οι ωοθήκες. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχουμε παραγωγή ωαρίων. Όσο και αν αυτό δεν είναι συχνό, καταδεικνύει πως ενδιάμεσοι στρεσογόνοι παράγοντες μπορούν να επιδράσουν αρνητικά στην ορμονική ισορροπία του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος.

Για τους άνδρες ίσως είναι λίγο πιο δύσκολο να πει κανείς πως επιδρά το στρες στην παραγωγή σπέρματος, δεδομένου ότι αυτό παράγεται συνεχώς και ένα αρνητικό γεγονός θα δείξει την επίδρασή του 2-3 μήνες αργότερα. ‘Όμως το στρες μπορεί να παίξει το ρόλο του όσον αφορά την στύση στις περιπτώσεις όπου το ζευγάρι πρέπει –μετά από ιατρική συμβουλή- να κάνει έρωτα συγκεκριμένη ημέρα και ώρα προκειμένου να υπάρξει συγχρονισμός με την ωορρηξία της γυναίκας.

 

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ

Υπάρχουν και περιβαλλοντικοί παράγοντες, που μπορούν να προκαλέσουν ανδρική υπογονιμότητα. Στους παράγοντες αυτούς συμπερλιλαμβάνεται η παρατεταμένη επαγγελματική έκθεση χωρίς την κατάλληλη προστασία σε βιομηχανικές χημικές ουσίες, όπως είναι τα εντομοκτόνα και τα παρασιτοκτόνα.

Άλλος τέτοιος περιβαλλοντικός παράγων είναι η κατάπωση ή η εισπνοή σωματιδίων βαρέων μετάλλων και κυρίως μολύβδου. Για το λόγο αυτό σήμερα έχει περιορισθεί σε μεγάλο βαθμό η χρήση μολύβδου σε μπογιές, καύσιμα και κονσέρβες, ενώ αντικαθίστανται και οι παλαιότεροι μολύβδινοι σωλήνες ύδρευσης.

Η παραγωγή σπερματοζωαρίων μπορεί να παρουσιάσει αναστρέψιμη κάμψη και μετά από υπερθέρμανση των όρχεων. Η αύξηση της θερμοκρασίας των όρχεων, μπορεί να προκληθεί από τη χρήση σάουνας ή τη χρήση φορητού ηλεκτρονικού υπολογιστή, ο οποίος τοποθετείται για παρατεταμένα χρονικά διαστήματα στα πόδια.

Η ανδρική υπογονιμότητα μπορεί να προκληθεί και από τον τρόπο ζωής. Συγκεκριμένα, η παραγωγή σπερματοζωαρίων επηρεάζεται αρνητικά από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών και αναβολικών καθώς και από την υπερβολική κατανάλωση οινοπνεύματος και το κάπνισμα. Επιπροσθέτως, αρνητικές επιπτώσεις στην γονιμότητα του άνδρα έχει και το άγχος και η παχυσαρκία. Τέλος, φαίνεται πως η ποδηλασία και η ιππασιά, επειδή αυξάνουν την πίεση στην περιοχή πίσω από το όσχεο (περίνεο), δημιουργούν προβλήματα στην παραγωγή σπερματοζωαρίων, ειδικά σε περιπτώσεις, που ο εξοπλισμός δεν είναι κατάλληλα ρυθμισμένος στο σωματότυπο του αθλητή.

 

Ενώ τα ποσοστά υπογονιμότητας έχουν παραμείνει τα ίδια εδώ και έναν αιώνα (10-13%)4, η χρήση και η διαθεσιμότητα θεραπειών για την υπογονιμότητα έχουν αυξηθεί εντυπωσιακά, κυρίως τα τελευταία 25 χρόνια. Επίσης έχει αυξηθεί δημοσιοποίηση και η ευαισθητοποίηση του κοινού σε θέματα υπογονιμότητας και θεραπειών υψηλής τεχνολογίας, όπως η τεχνητή γονιμοποίηση. Παγκοσμίως,υπολογίζεται ότι υπάρχουν 50-80 εκατομμύρια υπογόνιμα ζευγάρια, στα οποία προστίθενται περίπου 2 εκατομμύρια νέα ζευγάρια ετησίως, με τάση για αύξηση.Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν ακόμη πλήρεις επιδημιολογικές μελέτες της υπογονιμότητας, αλλά εκτιμάται ότι περίπου 300.000 ζευγάρια δυσκολεύονται να αποκτήσουν παιδιά. Επίσης, παρόλο που οι άνδρες κατά τους τρεις τελευταίους αιώνες στην Αμερική αντιμετωπίζουν προβλήματα υπογονιμότητας το ίδιο συχνά με τις γυναίκες, οι γυναίκες ήταν αυτές που, σε μεγαλύτερο ποσοστό, έφεραν το ιατρικό,κοινωνικό και πολιτισμικό βάρος της αποτυχίας ενός ζευγαριού να συλλάβει.Η συχνότητα της υπογονιμότητας μπορεί να ποικίλλει από περιοχή σε περιοχή και από πληθυσμό σε πληθυσμό. Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν υπάρχει ειδικό «προφίλ» του υπογόνιμου ζευγαριού. Η υπογονιμότητα είναι πολυσύνθετη και ρευστή κατάσταση: το ίδιο άτομο, ή ζευγάρι, μπορεί να διανύσει μεγάλες χρονικές περιόδους στις οποίες αδυνατεί να συλλάβει και η αδυναμία αυτή μπορεί να επέλθει, ή να λήξει, χωρίς προειδοποίηση.

 

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ

Η «υπογονιμότητα» ορίζεται ως η αδυναμία ενός ζευγαριού να επιτύχει σύλληψη και να αποκτήσει τέκνο έπειτα από τουλάχιστον ένα έτος τακτικών σεξουαλικών επαφών χωρίς αντισυλληπτική προστασία.Dεν πρέπει να συγχέεται με την «στειρότητα», που είναι η απόλυτη βιολογική αδυναμία τεκνοποίησης (για παράδειγμα, μια γυναίκα που έχει υποβληθεί σε ολική αφαίρεση μήτρας και ωοθηκών αδυνατεί προφανώς να τεκνοποιήσει). Σύμφωνα με τον ορισμό της υγείας, όπως αυτός έχει διατυπωθεί από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (Π.Ο.Υ.), η υπογονιμότητα αποτελεί διαταραχή της υγείας και χρήζει αντιμετώπισης. Η τεκνοποίηση και η δημιουργία οικογένειας θεωρούνται δικαίωμα του κάθε ανθρώπου.

Ο όρος υπογονιμότητα χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ανικανότητα σύλληψης κατά τη διάρκεια ενός έτους σεξουαλικής επαφής χωρίς αντισύλληψη. Αυτό το χρονικό όριο επελέγη, γιατί παρατηρήθηκε ότι σχεδόν το 25% των ζευγαριών θα συλλάβει μέσα στον πρώτο μήνα, 60% μέσα στους 6 μήνες και 80% μέσα στους 12 μήνες σεξουαλικής επαφής χωρίς χρήση αντισυλληπτικών μέσων5. Παρ' όλα αυτά,πολλά ζευγάρια θεωρούν ότι είναι στείρα αν συλλάβουν αλλά, λόγω μιας αποβολής, δεν μπορέσουν να φέρουν στον κόσμο ένα ζωντανό βρέφος. Ως πρωτογενής υπογονιμότητα ορίζεται η αδυναμία ενός ζευγαριού να συλλάβει, όταν δεν έχει συλλάβει ποτέ (30% των ζευγαριών), ενώ η δευτερογενής υπογονιμότητα αναφέρεται στην αδυναμία σύλληψης από ένα ζευγάρι που έχει συλλάβει στο παρελθόν (70% των ζευγαριών). Σε γενικές γραμμές, η αξιολόγηση και η θεραπεία των ζευγαριών, τα οποία αντιμετίοπίζουν πρόβλημα πρωτογενούς ή δευτερογενούς υπογονιμότητας,όπως και οι αιτίες του προβλήματος, είναι οι ίδιες.

 

ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΣΥΛΛΗΨΗ

Η μέση φυσιολογική πιθανότητα επιτυχίας κυήσεως από ένα γόνιμο ζευγάρι με κανονική σεξουαλική ζωή, δεν υπερβαίνει το 20% ανά έμμηνο κύκλο4. Το ποσοστό αυτό είναι μεγαλύτερο όταν η ηλικία της γυναίκας είναι μικρή (κάτω των 25 ετών),παραμένει περίπου σταθερό μέχρι την ηλικία των 30 και μειώνεται προοδευτικά μέχρι την ηλικία των 40 ετών. Σε μεγαλύτερες ηλικίες, το ποσοστό φυσιολογικής σύλληψης είναι πολύ μικρό, της τάξεως του 5% το πολύ. Περίπου το 50% των φυσιολογικών γόνιμων ζευγαριών επιτυγχάνει κύηση κατά το πρώτο έτος προσπαθειών και 20-35%

των ζευγαριών αυτών επιτυγχάνει κύηση κατά το δεύτερο έτος προσπαθειών. Το

υπόλοιπο 15% είναι τα «υπογόνιμα» ζευγάρια.

Στατιστικές έρευνες έχουν δείξει ότι, η αθροιστική πιθανότητα τεκνοποίησης για ένα μετρίως υπογόνιμο ζευγάρι προσεγγίζει το 95% στην πενταετία, ενώ για ένα βαρέως υπογόνιμο ζευγάρι φθάνει έως και 45% στην πενταετία 4. Πράγματι, πολλά ζευγάρια που αποτυγχάνουν επανειλημμένως στην εξωσωματική γονιμοποίηση και αποφασίζουν να σταματήσουν τις προσπάθειες, τεκνοποιούν αργότερα από μόνα τους, όταν «δεν το περιμένουν». Επομένως, το τυπικό χρονικό όριο των 12 μηνών δεν πρέπει να θεωρείται απόλυτο. Εάν ένα ζευγάρι έχει τον χρόνο και την υπομονή να περιμένει, η εγκυμοσύνη θα έλθει, έστω και ύστερα από αρκετούς μήνες. Ωστόσο,αυτά προφανώς δεν ισχύουν όταν υπάρχει βεβαιωμένη στειρότητα ενός μέλους του ζευγαριού. Κατά συνέπεια, η λογική αντιμετώπιση είναι να διερευνάται η γονιμότητα μετά από ένα έτος τακτικών απροστάτευτων επαφών και, εάν δεν εντοπίζεται παράγων απόλυτης στειρότητας, το ζευγάρι να περιμένει, προκειμένου να αποφύγει την άσκοπη «ιατροποίηση» της δημιουργίας απογόνων.

Τα ζευγάρια πρέπει να αρχίσουν να σκέφτονται να ζητήσουν ιατρική βοήθεια, εάν δεν έχουν συλλάβει έπειτα από 12 μήνες ελεύθερων σεξουαλικών σχέσεων. "στόσο, κάποια ζευγάρια μπορεί να επωφεληθούν από πρώιμη ιατρική παρέμβαση. Για παράδειγμα, όσοι αντιμετωπίζουν δυσκολίες στη σεξουαλική επαφή ή γνωρίζουν ότι έχουν κάποια γενετική δυσλειτουργία ή έχουν ιστορικό υπογονιμότητας από προηγούμενη σχέση, θα πρέπει να αντιμετωπίσουν το ενδεχόμενο ιατρικής αξιολόγησης προτού παρέλθει ένας χρόνος ανεπιτυχών προσπαθειών σύλληψης. Επίσης, οι γυναίκες θα πρέπει να ζητήσουν ιατρική συμβουλή ή αξιολόγηση πριν από τις πρώτες προσπάθειες σύλληψης ή μετά έξι μήνες ανεπιτυχών προσπαθειών, αν δεν έχουν κανονικό έμμηνο κύκλο, αν έχουν υποστεί πυελική χειρουργική επέμβαση ή μολύνσεις, αν έχουν ιστορικό καρκίνου ή αν προσπαθούν να συλλάβουν μετά την ηλικία των 35 ετών. Τέλος, οι άνδρες οι οποίοι έχουν προβλήματα εκσπερμάτισης ή έχουν γνωστό ιστορικό μολύνσεων, χειρουργικών επεμβάσεων ή αναπτυξιακών δυσλειτουργιών της ανδρικής αναπαραγωγικής οδού, πρέπει να αναζητήσουν θεραπεία πριν από την απόφαση τους για προσπάθεια σύλληψης. Η συμβουλή αυτή για τη λήψη ιατρικής περίθαλψης για την υπογονιμότητα βασίζεται όχι μόνο στην υπόθεση ότι οι ιατρικές θεραπείες μπορεί να αυξήσουν τις πιθανότητες ενός ζευγαριού να συλλάβει, αλλά και στο ότι η υπογονιμότητα μπορεί να είναι το εμφανές σύμπτωμα διαφόρων ιατρικών λανθανουσών παθήσεων. Ορισμένα άτομα μπορεί να είναι άτεκνα λόγω παθήσεων, όπως όγκοι στην υπόφυση, προβλήματα θυρεοειδούς,ενδομητρίωση ή ακόμη και καρκίνο. Ο έγκαιρος εντοπισμός λανθανουσών παθήσεων μπορεί να απλοποιήσει τη θεραπεία και να βελτιώσει όχι μόνο τις πιθανότητες σύλληψης,αλλά και την ποιότητα ζωής ενός ατόμου και, σε σπάνιες περιπτώσεις, μπορεί να σώσει και ζωές. Επομένως, η θεραπεία της υπογονιμότητας δεν πρέπει να θεωρείται απλώς μια διαδικασία επιλογής, καθότι είναι σαφές ότι μπορεί να είναι επωφελής για την υγεία.

 

ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑΣ

Πριν από οποιαδήποτε θεραπεία χρειάζεται να τεθεί μια σαφής διάγνωση. Η διάγνωση της υπογονιμότητας τίθεται από εξειδικευμένο ιατρό (γυναικολόγο,ουρολόγο-ανδρολόγο ή ενδοκρινολόγο, ανάλογα με την περίπτωση). Εκτός από την κλινική εξέταση και την λεπτομερή λήψη του ιατρικού ιστορικού του ζευγαριού, ο διαγνωστικός έλεγχος μπορεί να συμπεριλάβει:

• μικροβιολογικές εξετάσεις (συνήθως καλλιέργεια σπέρματος και

κολπικού υγρού)

• εργαστηριακές αναλύσεις αίματος, σπέρματος και τραχηλικής

βλέννης

• ειδικές απεικονιστικές εξετάσεις (υπερηχογράφημα κάτω κοιλίας ή

οσχέου, υστεροσαλπιγγογραφία, αξονική ή μαγνητική τομογραφία)

• κολποσκόπηση,πεοσκόπηση

• χειρουργικές επεμβάσεις (υστεροσκόπηση, λαπαροσκόπηση)

• άλλες ειδικές εξετάσεις και αναλύσεις (ανοσολογικές, σπέρματος,

κ.λπ.)

Επαναλαμβάνουμε ότι η ορθή διάγνωση είναι εξαιρετικά σημαντική, διότι αυτή καθοδηγεί την επιλογή της θεραπευτικής στρατηγικής.Διεθνώς διαφαίνεται πλέον η τάση για εξατομικευμένη θεραπεία, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες του κάθε ζευγαριού.Ο άνδρας είναι τουλάχιστον κατά το ήμισυ (50%) συνυπεύθυνος για την υπογονιμότητα του ζευγαριού. Αυτό το ποσοστό ακούγεται

απίστευτο, εάν σκεφτεί κανείς, ότι ένας υγιής άνδρας, ελευθερώνει με κάθε του

εκσπερμάτιση 120-600 εκατομμύρια σπερματοζωάρια και παράγει κατά τη διάρκεια της ζωής του περίπου 400 δισ. σπερματοζωάρια. Φαινομενικά λοιπόν ο άνδρας τα καταφέρνει πολύ καλά στο τομέα της αναπαραγωγής, αλλά δυστυχώς αυτό δεν είναι σε όλες τις περιπτώσεις αληθές. Η πιο κοινή αιτία ανδρικής υπογονιμότητας είναι ακριβώς η αδυναμία πολλών ανδρών να παράγουν ικανοποιητικό αριθμό υγιούς σπέρματος. Επομένως, μια ανάλυση σπέρματος πρέπει να γίνει στην αρχή της διαδικασίας της αξιολόγησης. Χρειάζεται να γίνουν τουλάχιστον δύο αναλύσεις με διαφορά αρκετών εβδομάδων, προκειμένου να γίνει η κατάλληλη αξιολόγηση της ανδρικής γονιμότητας. Συνήθως, τα εργαστήρια κάνουν τις αναλύσεις σπέρματος και καταγράφουν τα αποτελέσματα σύμφωνα με τις συστάσεις της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας (ΠΟΥ).

 

ΑΝΔΡΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑΣ

 

Πρώτα από όλες είναι οι ορμονικές αιτίες από διαταραχές στην υπόφυση και τον υποθάλαμο που μπορεί να είναι συγγενείς (εκ γενετής), ή επίκτητες όπως ορισμένες κακοήθειες ή ακτινοβολία κ.λ.π. Ορχικές αιτίες συγγενείς π.χ. κρυψορχία δηλ. ατελής κάθοδος του όρχη ή των όρχεων στο όσχεο, όπως και η εκ γενετής ανυπαρξίας του σπερματικού πόρου του όρχεως και επίκτητες, όπως είναι οι μολύνσεις,οι φλεγμονές (ορχίτις, επιδιδυμίτις κ.α.), τραυματικές κακώσεις, νοσήματα κάποιουν οργανικού συστήματος, συστηματικές παθήσεις, ύπαρξη σπερματικών αντισωμάτων,διάφορα φάρμακα που επιδρούν στην σπερματογένεση και η κιρσοκήλη. Όσον αφορά την τελευταία μία ιδιαίτερη αναφορά, γιατί συναντάται στο 20% περίπου όλων των ανδρών και είναι αιτία για το 40% των υπογόνιμων ανδρών. Η κιρσοκήλη προκαλείται από ανεπάρκεια των φλεβών των όρχεων με αποτέλεσμα τη φλεβική στάση με συνέπεια την αύξηση της θερμοκρασίας τοπικά, γεγονός που θεωρηθείτε ότι επηρεάζει τόσο την ποιότητα όσο και την ποσότητα του σπέρματος. Είναι σημαντικό να πούμε ότι η κιρσοκήλη είναι μία χειρουργικά αναστρέψιμη κατάσταση με σχετικά απλή χειρουργική επέμβαση. Πρέπει, επίσης, να εξετάσουν τους νεφρούς και τους ουρητήρες, για να διαπιστωθεί αν υπάρχουν εκ γενετής διαταραχές στο ουροποιητικό σύστημα. Επίσης, διαταραχές της ουρήθρας μπορεί να οδηγήσουν στη μη σωστή τοποθέτηση του σπέρματος εντός του κόλπου κατά τη σεξουαλική πράξη. Άλλες αιτίες που μπορούν να προκαλέσουν στειρότητα είναι οι λειτουργικές διαταραχές του ίδιου του σπερματοζωαρίου, π.χ. η μειωμένη κινητικότητα, η λήψη ορισμένων φαρμάκων για την αντιμετώπιση του έλκους στομάχου, κορτιζόνη και αναβολικά που παίρνουν οι αθλητές για να βελτιώσουν τις επιδόσεις τους, ακόμα η χρήση και εθισμός σε ορισμένες ουσίες όπως η νικοτίνη και το κάπνισμα, η χρήση  αλκοόλ σχετίζεται με τη μη φυσιολογική ποσότητα, μορφολογία ή λειτουργία του σπέρματος. Ακόμα υπεύθυνα για υπογονιμότητα θεωρούνται ορισμένα αντιβιοτικά, η ανεπάρκεια βιταμίνης C, πολλά τοξικά φάρμακα11 και χημικά που χρησιμοποιούνται στις καλλιέργειες, αλλά και στις βιομηχανίες. Τα περισσότερα υπογόνιμα άτομα φοβούνται ότι η διατροφή, το πρόγραμμα σωματικής άσκησης ή άλλες πτυχές του τρόπου ζωής τους μπορεί να ευθύνονται για την υπογονιμότητά τους. Παρ' όλο που υπάρχουν λίγες ενδείξεις για το ότι απλές διαφορές στον τρόπο ζωής προκαλούν ανδρική υπογονιμότητά, το κάπνισμα, υπερβολική έκθεση στη ζέστη  μπορεί να μειώσουν τη γονιμότητα.

Εάν η ανάλυση σπέρματος είναι φυσιολογική και δεν υποδεικνύει γενικά την συμμετοχή ενός παράγοντα του άντρα που να προκαλεί υπογονιμότητα, τότε η έρευνα εστιάζεται περισσότερο προς την γυναίκα. Αρχικά είναι σκόπιμο να γίνει εξωτερική εξέταση της λεκάνης, η οποία ίσως βοηθήσει τον γιατρό να διαπιστώσει πληγές, κύστεις, σημάδια σεξουαλικά μεταδιδόμενων ασθενειών κ.τ.λ., που μπορεί να σχετίζονται με την σύλληψη. Πολύ συχνά ο γυναικολόγος προτείνει καλλιέργεια των κολπικών εκκρίσεων ή και ένα τεστ Παπανικολάου.

Στην προσπάθεια να καθοριστεί η ωορρηξία (πότε είναι διαθέσιμο ένα ωάριο),μπορεί να χρειαστεί μια εξέταση ούρων. Η παρουσία μεγάλων ποσοτήτων

ωχρινοτρόπου ορμόνης (ΕΗ), η οποία απελευθερώνεται από την υπόφυση προκαλώντας ωορρηξία, υποδεικνύει ότι το ωάριο σύντομα θα απελευθερωθεί. Αυτή η εξέταση μπορεί να γίνεται και στο σπίτι από την ίδια την γυναίκα (υπάρχουν πολλά τεστ που μπορεί κανείς να προμηθευθεί από ένα φαρμακείο), όμως είναι καλύτερο να εκτελείται για πολλούς μήνες για τον καθορισμό του προτύπου ωορρηξίας. Επειδή η θερμοκρασία του σώματος αλλάζει ανάλογα με τις μεταβολές που συμβαίνουν σε αυτό, μπορεί συγχρόνως να γίνεται και παρακολούθηση της βασικής θερμοκρασίας του σώματος. Η μέτρηση γίνεται το πρωί, πριν καν η γυναίκα να σηκωθεί από το κρεβάτι, με ειδικό θερμόμετρο, που μπορεί να δείχνει ακόμα και τις ελάχιστες αλλαγές στην θερμοκρασία του σώματος της. Έτσι, καθορίζεται κατά πόσο η ωορρηξία είναι κανονική και πότε συμβαίνει.

Ένα άλλο σημαντικό τεστ είναι αυτό της προγεστερόνης (μια ορμόνη), το οποίο δείχνει τα επίπεδα της. Η ορμόνη αυτή παράγεται μετά την ωορρηξία από τις ωοθήκες και προετοιμάζει την μήτρα να υποδεχτεί το γονιμοποιημένο ωάριο. Για τον λόγο αυτό, η εξέταση διεξάγεται 5 με 10 ημέρες πριν την περίοδο, με εξέταση αίματος και δίνει πολύ χρήσιμες πληροφορίες.Με την βιοψία (αφαιρώντας ένα μικρό τμήμα της μήτρας), είναι επίσης δυνατόν να υπολογίσουμε την ποιότητα του περιβάλλοντος της μήτρας και να καθοριστεί η ωορρηξία. Η διαδικασία αυτή αφαίρεσης τμήματος της μήτρας ονομάζεται βιοψία του ενδομητρίου.

Κοντά στην στιγμή της ωορρηξίας και λίγες ώρες μετά την σεξουαλική επαφή του ζευγαριού, μπορεί να εκτελεστεί μια ακόμη, εξέταση,. Πρόκειται για την εξέταση της βλέννας από τον τράχηλο της μήτρας, ώστε να εκτιμηθεί η αλληλεπίδραση της με το σπέρμα, ενώ θα πρέπει να αναζητηθεί η πιθανή μείωση ή έλλειψη της κινητικότητας των σπερματοζωαρίων και να εκτιμηθεί ο αριθμός και η ποιότητα των σπερματοζωαρίων.

Η υστεροσαλπιγγογραφία ( HSG) με ειδικές ακτίνες Χ επιτρέπει στον γιατρό να απεικονίσει φυσικές ανωμαλίες ή αποφράξεις της μήτρας (ύστερος) και των σαλπίγγων ή ανωμαλίες που βρίσκονται γύρω από αυτές. Η απεικόνιση γίνεται με την βοήθεια ειδικής βαφής που εισάγεται στον τράχηλο και ταξιδεύει διαμέσου της μήτρας και των σαλπίγγων.Μια ακόμη απεικονιστική μέθοδος είναι και ο υπέρηχος, που εντάσσεται στις μη επώδυνες διαδικασίες για την μελέτη του αναπαραγωγικού συστήματος της γυναίκας. Σκοπός αυτής της της τεχνικής είναι η λήψη «φωτογραφιών» των ωοθηκών και της μήτρας, με την χρησιμοποίηση υψηλών συχνοτήτων ηχητικών κυμάτων. Η εξέταση αυτή επιτρέπει στον ειδικό να καθορίσει ακόμη και την πυκνότητα του περιβάλλοντος της μήτρας αλλά και την ανάπτυξη ή απελευθέρωση των ωαρίων από τις ωοθήκες. Ο υπέρηχος ωστόσο μπορεί να χρησιμοποιηθεί και στον άντρα για την

διάγνωση κιρσών (κιρσοκήλη) στους όρχεις.

Μια ευρέως πλέον χρησιμοποιούμενη τεχνική είναι η λαπαροσκόπηση. Για

την διαπίστωση σημαδιών από πληγές, ενδομητρίωσης ή άλλων εμποδίων, ο γιατρός

μπορεί να εισάγει έναν σωλήνα με οπτική ίνα (λαπαροσκόπιο) μέσα στην κοιλιά της

γυναίκας διαμέσου μιας μικρής τομής, ακριβώς κάτω από τον αφαλό. Αυτή η

διαδικασία, που ονομάζεται λαπαροσκόπηση, εκτελείται πιο συχνά κάτω από γενική

αναισθησία, αλλά η τοπική αναισθησία και η νάρκωση είναι μια άλλη επιλογή.

Τέλος, ο γυναικολόγος μπορεί να διεξάγει και υστεροσκόπηση, μια

διαδικασία κατά την οποία εισάγει έναν σωλήνα με οπτική ίνα (υστεροσκόπιο)

διαμέσου του κόλπου για να δει το εσωτερικό της μήτρας. Με την υστεροσκόπηση

μπορεί να δει και το άνοιγμα των σαλπίγγων, να κάνει μια βιοψία ή να διορθώσει

μικρά προβλήματα. Η υστεροσκόπηση εκτελείται συνήθως κάτω από τοπική ή γενική

αναισθησία.

 

 ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ ΣΕ ΜΕΓΑΛΗ ΗΛΙΚΙΑ

Τα ποσοστά γονιμότητας για τις γυναίκες μειώνονται σταθερά με την

ηλικία, ενώ μια σημαντική πτώση παρατηρείται από την ηλικία των 35 ετών και μετά.

Υπολογίζεται ότι περίπου το ένα τρίτο των γυναικών που καθυστερούν να αποκτήσουν το πρώτο τους παιδί μέχρι την ηλικία των 35 ετών ή και αργότερα, θα έχουν προβλήματα σύλληψης. Περίπου οι μισές από τις γυναίκες που περιμένουν έως την ηλικία των 40 ετών ή και αργότερα, θα έχουν προβλήματα σύλληψης,ολοκλήρωσης της κύησης ή αυξημένες ανωμαλίες του εμβρύου56. Ο κύριος λόγος της μείωσης της γονιμότητας στις μεγαλύτερες γυναίκες είναι η μείωση της ποιότητας των ωαρίων, με αποτέλεσμα την αύξηση των άτρητων ωοθυλακίων, τις χρωμοσωμικές και εμμηνορροϊκες ανωμαλίες καθώς και τα επίπεδα της ορμόνης που διεγείρει τα ωοθυλάκια (FSH). Επίσης, η μήτρα μπορεί να είναι λιγότερο σε θέση να διατηρήσει την εγκυμοσύνη, αν και αυτό δεν ισχύει πάντοτε.

Υπάρχουν αντιφατικά στοιχεία σχετικά με το αποτέλεσμα της κύησης

γυναικών ηλικίας 35-40 ετών ή μεγαλυτέρων αλλά, το γενικό συμπέρασμα είναι ότι,

για τις υγιείς γυναίκες που έχουν καλής ποιότητας προγενετική μαιευτική φροντίδα

και επαρκή φροντίδα στη διάρκεια του τοκετού, αναμένεται καλό αποτέλεσμα58.

Παρ' όλο που τα ποσοστά εμβρυϊκού θανάτου, για όλες τις γυναίκες, ανεξαρτήτως

ηλικίας, έχουν μειωθεί από τη δεκαετία του 1960, οι «μεγαλύτερες γυναίκες»

διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο κακής βιωσιμότητας και θανάτου του εμβρύου59.

Η ηλικία επηρεάζει επίσης τη γονιμότητα των ανδρών, αν και

αδημοσίευτες πληροφορίες καθώς και περιγραφές από τα ΜΜΕ ανδρών που

απέκτησαν παιδιά σε πολύ μεγάλη ηλικία, διαιωνίζουν το μύθο ότι η ανδρική

γονιμότητα δεν σταματά ποτέ. Υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις ότι η ποιότητα του

σπέρματος μειώνεται με την ηλικία, ιδιαίτερα σε άνδρες με ουρολογικές

διαταραχές (π.χ., καρκίνο του προστάτη) ή άλλα προβλήματα υγείας.

Επιπλέον, οι μεγάλης ηλικίας άνδρες έχουν ελαττωμένα επίπεδα ανδρογόνων, τα οποία μειώνουν το σεξουαλικό ενδιαφέρον και τη σεξουαλική δραστηριότητα, τη

συχνότητα εκσπερμάτισης και την παραγωγή και κινητικότητα του σπέρματος.

Παρ' όλα αυτά τα στατιστικά στοιχεία και το γεγονός ότι τα μεγαλύτερα

άτομα αντιμετωπίζουν προβλήματα γονιμότητας, η συχνότητα της υπογονιμότητας

στα μεγάλης ηλικίας ζευγάρια μπορεί να οφείλεται σε καθυστέρηση της

σύλληψης και όχι σε αδυναμία σύλληψης. Υπολογίζεται ότι το ένα τρίτο των

υπογόνιμων ζευγαριών μπορεί να συλλάβει μέσα σε 2 έως 7 χρόνια από το τέλος

της θεραπείας για την υπογονιμότητα. Ακόμη, δεδομένου ότι τα μεγαλύτερα

ζευγάρια υφίστανται εντονότερη πίεση να συλλάβουν το ταχύτερο δυνατόν, συχνά

απευθύνονται για θεραπεία σε κλινικές γονιμότητας νωρίτερα από όσο τα

νεότερα ζευγάρια .

Δεν υπάρχουν σημαντικά δεδομένα για την έκβαση της εγκυμοσύνης

γυναικών μεγαλύτερων των 45 ετών. Παρ' όλο που η γονιμότητα στις γυναίκες

μειώνεται με την ηλικία, παρατηρείται ότι συμβαίνουν εγκυμοσύνες και με την

πρόοδο της αναπαραγωγικής τεχνολογίας, συμβαίνουν όλο και πιο συχνά.

Επομένως, η εξέταση της υπογονιμότητας των μεγαλύτερων γυναικών δεν θα ήταν

ολοκληρωμένη χωρίς την εξέταση και της εγκυμοσύνης. Όπως και με τη

γονιμότητα, η εγκυμοσύνη μετά την ηλικία των 35 ετών, συνοδεύεται από πολύ

περισσότερα προβλήματα από όσο εγκυμοσύνη των νεότερων γυναικών. Στις μεγαλύτερες γυναίκες, η εγκυμοσύνη προκαλεί υπέρταση, διαβήτη, θνησιγένεια και χαμηλότερο βάρος

γέννησης, σε σχέση με τη διάρκεια της κύησης. Πολλές από τις επιπλοκές αυτές,

όμως, συχνά εξαρτώνται από τη γενική υγεία της γυναίκας πριν από την εγκυμοσύνη.

Για τις γυναίκες άνω των 35 ετών, το ποσοστό θνησιμότητας της μητέρας

είναι περίπου 58,3 σε κάθε 100.000 γεννήσεις ζωντανών βρεφών, ενώ για τις

γυναίκες άνω των 45, το ποσοστό θνησιμότητας της μητέρας είναι 71,5 σε κάθε

100.000 γεννήσεις λευκών γυναικών και 602,4 για κάθε 100.000 γεννήσεις μαύρων

γυναικών. Ενώ τα γενικά ποσοστά της θνησιμότητας της μητέρας μειώνονται λόγω

βελτιωμένης προγενετικής φροντίδας και ιατρικής φροντίδας στη διάρκεια του

τοκετού, γυναίκες με καρδιαγγειακές παθήσεις, πνευμονική υπέρταση ή έμφραγμα

του μυοκαρδίου, δεν πρέπει, ίσως, να μένουν έγκυοι σε καμιά ηλικία62. Επιπλέον,

οι μεγαλύτερες γυναίκες πρέπει να λαμβάνουν πολύ σοβαρά υπόψη τους κινδύνους

που συνδέονται με την τεχνολογία της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, όπως τις

πολύδυμες κυήσεις και τους πρόωρους τοκετούς. Έχει υποστηριχθεί ότι οι

μεγαλύτερες γυναίκες είναι έτοιμες να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την υγεία τους,

εάν αυτό μπορεί να εξασφαλίσει την ευημερία του βρέφους, μια στάση που συχνά

συμβάλλει σε λανθασμένες αποφάσεις και υπερβολική ανάληψη κινδύνων63.

Μια πρόσθετη ανησυχία για τις μεγαλύτερης ηλικίας εγκύους γυναίκες

είναι το αυξημένο ποσοστό εμβρυϊκών προβλημάτων, όπως καθυστέρηση της

ανάπτυξης του εμβρύου, θνησιγένεια, χρωμοσωμικές ανωμαλίες και περιγενετική

θνησιμότητα. Ενώ η χρήση δωρεάς ωαρίων από νεότερες γυναίκες μπορεί να

αποτρέψει τις χρωμοσωμικές ανωμαλίες που σχετίζονται με την ηλικία της δότριας,

οι αυξημένοι κίνδυνοι του εμβρύου μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της

υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, της πολύδυμης κύησης ή και του πρόωρου

τοκετού, λόγω της κατάστασης της μητέρας. Για τις μεγαλύτερες γυναίκες που

έμειναν έγκυοι με δικά τους ωάρια, οι αναλύσεις αίματος, η δειγματοληψία

χοριακής λάχνης, οι αμνιοκεντήσεις ή οι υπέρηχοι, μπορεί να βοηθήσουν στον

εντοπισμό χρωμοσωμικών ανωμαλιών. Αν, όμως, διαπιστωθούν ανωμαλίες, οι

γυναίκες και οι σύντροφοι τους πρέπει να επιλέξουν αν θα συνεχίσουν ή θα

διακόψουν την εγκυμοσύνη.

 

ΕΚΤΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ

Οι ειδικοί τονίζουν πως ποτέ δεν μπορούν να πουν με ασφάλεια ότι μία

έκτρωση δεν θα δημιουργήσει κανένα ή αντίστοιχα πολλά προβλήματα στη μετέπειτα

προσπάθεια μιας γυναίκας να συλλάβει. Γενικά, σύμφωνα με τις στατιστικές, μία στις

150 ή τις 200 εκτρώσεις οδηγεί σε υπογονιμότητα λόγω προβλημάτων που

δημιουργούνται στις σάλπιγγες. Φυσικά, όσο πιο προσεκτικά γίνεται μία έκτρωση και

όταν τηρούνται όλοι οι κανόνες από το γυναικολόγο και το νοσοκομείο στο οποίο

διενεργείται η επέμβαση, τόσο περισσότερο μειώνονται οι πιθανότητες να υπάρξουν

επιπλοκές.

Το πρόβλημα είναι πως η έκτρωση μπορεί να προκαλέσει κάποια επιπλοκή,

όπως είναι μία φλεγμονή, συμφύσεις εξαιτίας της επέμβασης κ.ά., που μπορεί να

οδηγήσουν σε υπογονιμότητα. Από την άλλη πλευρά, η έκτρωση μπορεί να

δημιουργήσει επιπλοκές σε μια μελλοντική εγκυμοσύνη (αποβολή, πρόωρος τοκετός

ή μεγάλη αιμορραγία), αν προκληθούν προβλήματα στο ενδομήτριο.

 Ακόμη, οι ειδικοί δεν μπορούν να μιλήσουν με βεβαιότητα ούτε για το

κατά πόσο ο αριθμός των εκτρώσεων παίζει ρόλο στη γονιμότητα. Μπορεί και μία

μόνη έκτρωση να δημιουργήσει πρόβλημα υπογονιμότητας, αλλά σίγουρα όσο

περισσότερες γίνονται, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να προκύψει κάποια τέτοια

επιπλοκή. Η έκτρωση ενέχει πολλούς κινδύνους για την σωματική υγεία, που γίνονται

πιο σύνθετοι για περισσότερες από μία εκτρώσεις και για εκτρώσεις που γίνονται στα

τελευταία στάδια της κύησης. Πολλές γυναίκες μπορεί να υποστούν βλάβες στο

αναπαραγωγικό τους σύστημα χωρίς να το διαπιστώσουν και μόνο μετά από χρόνια

να ανακαλύψουν ότι είναι στείρες ή κάτι ακόμα χειρότερο. Η έκτρωση μπορεί να

κάνει τις επόμενες κυήσεις περισσότερο επικίνδυνες, συντελώντας έτσι στην αύξηση

της θνησιμότητας των μητέρων, κατά τις επιθυμητές κυήσεις. Κάθε γυναίκα που

σκέπτεται την έκτρωση θα πρέπει να λάβει υπ' όψιν την πιθανότητα να υποστεί

βλάβες στην υγεία της.

Οι συνηθέστεροι κίνδυνοι που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες που υποβάλλονται

σε έκτρωση είναι:

1.Τραυματισμος του τοιχωματος της μήτρας

2. Ρήξη τραχήλου

3. Εμφάνιση προδρομικού πλακούντα

4. Μελλοντική εξωμήτρια κύηση

5. Ενδομητρίτιδα

6. Ενδοτραχηλίτιδα

7. Πυελική φλεγμονή

8. Δευτεροπαθής αμηνόρροια

9. Ενδομήτριες συμφύσεις

10. Ανεπάρκεια εσωτερικού τραχηλικού στομίου

11. Αυξημένη περιγεννητική νοσηρότητα και θνησιμότητα

12. Καθ΄ έξιν αποβολές

13. Πρώιμους τοκετούς

 

 ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ ΚΑΙ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ

Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Άμπερντην, έλεγξαν το σπέρμα σε

παραπάνω από 2.000 άνδρες που αντιμετώπιζαν προβλήματα γονιμότητας. Οι

βαρύτεροι εξ αυτών είχαν το μεγαλύτερο ποσοστό αλλοιωμένου σπέρματος. Όπως

ανέφεραν οι ειδικοί σε ευρωπαϊκό συνέδριο για τη γονιμότητα, η απώλεια βάρους

ίσως συμβάλλει θετικά στη γονιμότητα. Οι συμμετέχοντες διαιρέθηκαν σε τέσσερις

ομάδες, ανάλογα με τον δείκτη μάζας σώματος τους (

ΜΣ). Οι άντρες που είχαν

φυσιολογικό

ΜΣ (μεταξύ 20 και 25), είχαν περισσότερο σπέρμα και υψηλότερα επίπεδα υγιούς σπέρματος, συγκριτικά με τους βαρύτερους.Επίσης, ένα μεγάλο ποσοστό γυναικών έχουν διαταραχές κύκλου που οφείλονται στην αύξηση του σωματικού βάρους. Πολλές παχύσαρκες γυναίκες έχουν το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών που επηρεάζει τον κύκλο. Μπορεί να έχουν ακόμα και αμηνόρροια. Η αραιομηνόρροια, όμως, είναι το πιο συχνό φαινόμενο σε αυτές τις περιπτώσεις. Δηλαδή, η περίοδος να έρχεται κάθε δύο ή τρεις μήνες, κατάσταση η οποία δυσκολεύει πάρα πολύ και τη σύλληψη. Οι γυναίκες αυτέςδεν επιτυγχάνουν εύκολα εγκυμοσύνη και συνήθως καταφεύγουν σε προσπάθειες με τεχνικές αναπαραγωγής. Αυτό που συμβαίνει είναι μια μεταβολή των βιοχημικών δεδομένων που υπάρχουν στο γυναικείο σώμα κι αυτή η έλλειψη ισορροπίας επηρεάζει άμεσα τον κύκλο των παχύσαρκων γυναικών, που πολλές φορές δεν κάνουν ωορρηξία.

Παράλληλα, μελέτες δείχνουν ότι και η ποιότητα των ωαρίων επηρεάζεται από την αλλοίωση του ορμονικού προφίλ που προκαλεί η παχυσαρκία. Το λίπος που υπάρχει στον κορμό μετατρέπει τις θηλυκές ορμόνες σε οιστρογόνα. Υπάρχει μεγάλη αύξηση της ελεύθερης τεστοστερόνης, η οποία είναι ανδρική ορμόνη. Αυτή κάθεται πάνω στους θύλακες των τριχών και μπορεί να δημιουργήσει και υπερτρίχωση.Δημιουργεί κι άλλα προβλήματα, διαταράσσοντας την ισορροπία των γυναικείων ορμονών.Η αυξανόμενη παραγωγή ινσουλίνης, είναι μια συχνή διαταραχή που συνδέεται με την κοιλιακή εναπόθεση του λίπους. Η ινσουλίνη υποκινεί την έκκριση ανδρογόνων και μειώνει τη συγκέντρωση της πρωτεΐνης αγκίστρωσης των

στεροειδών ορμονών. Άρα, απαιτούνται και περισσότερες γοναδοτροπίνες για να

επιτευχθεί ωογένεση στις γυναίκες που είναι ανθεκτικές στην ινσουλίνη.Επίσης, πολλοί θεωρούν σχεδόν απαγορευτική την εγκυμοσύνη σε μια γυναίκα που ζυγίζει περισσότερο από 100 κιλά.Οι επιπλοκές που μπορεί να συμβαίνουν εξαιτίας του υπερβολικού βάρους και να αφορούν το έμβρυο και τη γυναίκα είναι, ο σακχαρώδης διαβήτης της εγκυμοσύνης,η προεκλαμψία, η εκλαμψία και φυσικά μια παχύσαρκη έχει περισσότερες πιθανότητες να γεννήσει με καισαρική και όχι φυσιολογικά. Ο σακχαρώδης διαβήτης κύησης, μπορεί να έχει επιπτώσεις και στο παιδί, καθώς μπορεί να γεννηθούν μακροσωμικά παιδιά,δηλαδή, παιδιά με αυξημένο βάρος και εναπόθεση λίπους

κυρίως στον κορμό τους. Παράλληλα, ο κίνδυνος αποβολής είναι μεγαλύτερος για τις παχύσαρκες γυναίκες, ειδικά στο πρώτο τρίμηνο. Πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι η παχυσαρκία συνδέεται με πρόωρες ακούσιες διακοπές κύησης. Οι παχύσαρκες γυναίκες παρουσιάζουν τέσσερις φορές μεγαλύτερο κίνδυνο αποβολής από τις γυναίκες με φυσιολογικό βάρος.Τονίζεται επίσης, το πόσο σημαντικό είναι η γυναίκα, να μη υπερβεί την

ιδανική αύξηση βάρους κατά την εγκυμοσύνη.

 

ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ

Οι γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν μπορεί να αυξήσουν τις

πιθανότητες σύλληψης με την υιοθέτηση κατάλληλης διατροφής και τρόπου ζωής,

σύμφωνα με νέα έρευνα του Χάρβαρντ. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι η πλειοψηφία

των περιπτώσεων υπογονιμότητας λόγω διαταραχών ωορρηξίας σε κατά τα άλλα

υγιείς γυναίκες θα μπορούσαν να αποφευχθούν μέσω αλλαγής στη διατροφή και στον

τρόπο ζωής. Το μήνυμα προς τις γυναίκες, δήλωσε ο ερευνητής Dr.Jorge Chavarro,

της Σχολής

ημόσιας Υγείας του Χάρβαρντ, είναι πως με αλλαγή στη διατροφή και

τον τρόπο ζωής οι γυναίκες μπορεί να επηρεάσουν σημαντικά τη γονιμότητά τους.

Η κατάλληλη διατροφή περιλαμβάνει μεγαλύτερη κατανάλωση μονοακόρεστου

λίπους αντί για τρανς λιπαρά, φυσική πρωτεΐνη αντί για ζωική, προϊόντα ολικής

αλέσεως, περιορισμένη κατανάλωση γαλακτοκομικών με υψηλά λιπαρά,

πολυβιταμίνες και σίδηρο από λαχανικά και συμπληρώματα, σημειώνει η ερευνητική

ομάδα. Αλλαγές στον τρόπο ζωής περιλαμβάνουν την κατανάλωση περιορισμένων

ποσοτήτων καφέ και αλκοόλ, αυξημένη φυσική δραστηριότητα και διακοπή του

καπνίσματος. Για διάστημα 8 ετών, η ερευνητική ομάδα παρακολούθησε τον τρόπο

ζωής και τη διατροφή 17.544 γυναικών, καθώς προσπαθούσαν να συλλάβουν ή

έχοντας συλλάβει. Καμία από αυτές δεν είχε ιστορικό υπογονιμότητας. Η υιοθέτηση,

σε μεγαλύτερο βαθμό, της κατάλληλης για τη γονιμότητα διατροφής, φάνηκε να

σχετίζεται με μικρότερο κίνδυνο υπογονιμότητας, λόγω διαταραχών ωορρηξίας και

σε μικρότερο βαθμό υπογονιμότητας, που οφειλόταν σε άλλα αίτια.

O συνδυασμός 5 ή περισσοτέρων παραγόντων χαμηλού κινδύνου όσον αφορά

τον τρόπο ζωής, περιλαμβανομένων του ελέγχου του βάρους, της άσκησης και της

διατροφής, φάνηκε να σχετίζεται με χαμηλότερο κίνδυνο κατά 69% για

υπογονιμότητα σχετική με την ωορρηξία. Ο κίνδυνος υπογονιμότητας μειώθηκε στο

66% για τις γυναίκες που συμμορφώθηκαν με την κατάλληλη διατροφή και στο 27%

στην περίπτωση που η υπογονιμότητα οφειλόταν σε άλλα αίτια69.

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες ανέκυψε ως ερευνητικό θέμα στην ανδρική όσο

και στη γυναικεία υπογονιμότητα ο ρόλος της διατροφής. Μετά από συγκρίσεις

μεταξύ γόνιμων και υπογόνιμων ανδρών παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στο

διατροφικό τους προφίλ. Πώς μπορεί λοιπόν η διατροφή να επηρεάσει την ποιότητα

του σπέρματος; Το σπέρμα, σαν ένας ζωντανός οργανισμός αλλά και ένα από τα υγρά

του σώματος που μεταφέρουν DNA, είναι πλούσιο σε βιταμίνες, μέταλλα και

ιχνοστοιχεία. Αλλαγές στη σύσταση του σπερματικού υγρού μπορεί να έχουν σαν

συνέπεια αλλαγές στην κινητικότητα αλλά και τη ζωτικότητα των σπερματοζωαρίων.

Όμως ποια θρεπτικά συστατικά σχετίζονται με την υπογονιμότητα στον άνδρα;

Μεγάλη καταστροφή στον αριθμό των σπερματοζωαρίων μπορεί να επιφέρουν οι

ελεύθερες ρίζες, που προκαλούν βλάβες στις μεμβράνες και το γενετικό υλικό του

κυττάρου. Τα κύτταρα συνήθως χρησιμοποιούν τα αντιοξειδωτικά, που τα

προστατεύουν από αυτές τις αλλαγές. Σημαντικά αντιοξειδωτικά που λαμβάνονται

από τη διατροφή είναι τα εξής:

Λυκοπένιο: Βρίσκεται σε υψηλή συγκέντρωση στο σπέρμα. Όσο πιο

αυξημένη είναι η πρόσληψη λυκοπενίου από τη διατροφή, τόσο αυξάνονται τα

ποσοστά του λυκοπενίου στο σπέρμα. Πλούσιες πηγές είναι οι σάλτσες ντομάτας, η

κέτσαπ και λιγότερο οι φρέσκιες ντομάτες.

Βιταμίνες C & Ε: Βελτιώνουν την ποιότητα του σπέρματος περιορίζοντας τη

βλάβη στις μεμβράνες. Καλές πηγές βιταμίνης C είναι τα εσπεριδοειδή φρούτα και τα

ωμά λαχανικά. Η βιταμίνη Ε απαντάται στις καλής ποιότητας μαργαρίνες και έλαια,

στα λιπαρά ψάρια και τους ξηρούς καρπούς.

Σελήνιο: Ισχυρό αντιοξειδωτικό που λαμβάνει μέρος σε πλήθος αλυσιδωτών

αντιδράσεων, ενώ επηρεάζει τα κύτταρα του Leydig που παράγουν τεστοστερόνη

στον άνδρα. Έρευνες έδειξαν ότι η χορήγηση σεληνίου σε μορφή συμπληρωμάτων,

αύξησε την κινητικότητα του σπέρματος, καθώς και τις πιθανότητες γονιμοποίησης

στους περισσότερους άνδρες. Στη διατροφή μας το προσλαμβάνουμε από τους

ξηρούς καρπούς, το ψάρι και τα ολικής αλέσεως δημητριακά.

Ψευδάργυρος και φυλλικό οξύ: παίζουν ρόλο στη σύνθεση του DNA και

του RNA. Ανεπάρκεια ψευδαργύρου έχει σαν κλινικό σύμπτωμα τη μειωμένη

σπερματογένεση και τη μειωμένη γονιμότητα.

Εκεί που εφίσταται η προσοχή όμως, είναι η αποφυγή συνηθειών, που δρουν

δυνητικά στην υγεία του ατόμου, οδηγώντας κάποιες φορές και στην υπογονιμότητα.

Τέτοιες συνήθειες είναι:

Παχυσαρκία: Το αυξημένο σωματικό λίπος δεσμεύει την ελεύθερη

τεστοστερόνη του αίματος, ενώ πιθανώς να ευνοεί τη μετατροπή της τεστοστερόνης

στη γυναικεία ορμόνη, οιστρογόνο. Προτείνετε ο έλεγχος και η διατήρηση του

βάρους σε υγιή πλαίσια.

Διατροφή πλούσια σε φυτοοιστρογόνο: Τα φυτοοιστρογόνα, είναι φαινόλες

που μιμούνται τα οιστρογόνα που παράγονται στο γυναικείο σώμα. Οι ισοφλαβόνες,

είναι από τα πιο καλά μελετημένα και ισχυρά φυτοοιστρογόνα και περιέχονται

κυρίως στη σόγια. Έχουν ενοχοποιηθεί για υπογονιμότητα, τόσο σε ζώα, όσο και σε

άνδρες και η δράση τους θεωρείται περισσότερο επιβλαβής στις περιόδους που

αναπτύσσεται το ανδρικό αναπαραγωγικό σύστημα. Ισοφλαβόνες περιέχονται σε

προϊόντα σόγιας, στο αλεύρι σόγιας, στα συμπληρώματα φυτοοιστρογόνων, στο

βρεφικό γάλα σόγιας, στον λιναρόσπορο, καθώς και στα φαγητά τύπου fast food που

χρησιμοποιούν πρωτεΐνη σόγιας σαν φτηνή πρώτη ύλη.

Πολυχλωριωμένες διφαινόλες και υδράργυρος: Αυτά είναι βαρέα μέταλλα

που αποθηκεύονται σε ψάρια από μολυσμένα νερά αλλά και σε μεγάλα ψάρια.

Προτείνετε η αποφυγή ψαριών από μολυσμένα νερά, καθώς και η κατανάλωση

φαγκριού, ξιφία, τούνας και καρχαρία. Προτείνετε επίσης, η περιορισμένη

κατανάλωση κονσέρβας τόνου 2 φορές την εβδομάδα.

Η κατανάλωση καπνού και μαριχουάνας: Μειώνουν την πυκνότητα του

σπέρματος, την κινητικότητα και τη μορφολογία του, ενώ η περίσσεια αλκοόλ

μειώνει την έκκριση τεστοστερόνης.

Συνοπτικά, η διατροφή που συνιστάται είναι μια ποικίλη διατροφή με πολλά

φρέσκα φρούτα και λαχανικά, μαγειρεμένες ντομάτες, καλής ποιότητας κρέας, έλαια

και οστρακοειδή. Συνιστάται επίσης, η αποφυγή των φαγητών τύπου fast food, τα

μεγάλα ψάρια, το κάπνισμα, η υπερκατανάλωση αλκοόλ, αλλά και το περιττό

βάρος70.

 

Οι ενδοκρινικοί διαταραχές, δηλαδή ανθρωπογενείς χημικές ουσίες, όπως οι

διοξίνες, τα εντομοκτόνα και τα φαρμακευτικά σκευάσματα, ενοχοποιούνται μαζί με

το κάπνισμα, το αλκοόλ και την παχυσαρκία για την υπογονιμότητα των σύγχρονων

ζευγαριών. Σύμφωνα με εκτιμήσεις των επιστημόνων, στην Ελλάδα το ποσοστό των

ζευγαριών αναπαραγωγικής ηλικίας, που αντιμετωπίζουν πρόβλημα υπογονιμότητας,

ανέρχεται σε 15-17%.

Τα τελευταία χρόνια, λόγω των επαγγελματικών τους υποχρεώσεων, οι

σύγχρονες γυναίκες επιχειρούν να τεκνοποιήσουν γύρω στα 35 τους, ηλικία κατά την

οποία η αναπαραγωγική τους ικανότητα μειώνεται δραματικά, άσχετα με τη

ρυθμικότητα της εμμηνορρυσίας. Αν μία γυναίκα αυτής της ηλικίας δεν συλλάβει σε

χρονικό όριο 6 μηνών οφείλει να κάνει ορμονική διερεύνηση για καθορισμό της

περαιτέρω γραμμής, που θα ακολουθήσει.

 

Εξάλλου, η αμηνόρροια στη νεαρή γυναίκα, δηλαδή η έλλειψη περιόδου, για

διάστημα πέραν των 6 μηνών, απαιτεί άμεση διερεύνηση των ορμονών, που

εμπλέκονται στη ρύθμιση του κύκλου και όχι μόνον. Στην αιτιολογία των διαταραχών

αυτών υπάρχουν πληθώρα αιτιών, όπως διάφορα άλλα ενδοκρινολογικά νοσήματα,

πρώιμη εμμηνόπαυση, λήψη φαρμακευτικών ουσιών, που μπορούν να προκαλέσουν

αμηνόρροια. Η ενδοκρινολογική εκτίμηση θα βοηθήσει να διερευνήσει σφαιρικά το

θέμα.Τα συχνότερα αίτια της ανδρικής υπογονιμότητας είναι η κιρσοκήλη, δηλαδή

η διάταση των φλεβών των όρχεων (32%), οι λοιμώξεις των επικουρικών γεννητικών

αδένων, όπως ο προστάτης και οι σπερματοδόχες κύστεις (9%), η κρυψορχία, δηλαδή

η μη κάθοδος των όρχεων στο όσχεο, μετά τη γέννηση (8%), οι αποφράξεις των

εκφορητικών οδών του σπέρματος (1%), καθώς και ενδοκρινολογικά (9%) ή

ανοσολογικά αίτια, όπως τα αντισπερματικά αντισώματα (4%). "στόσο σε μεγάλο

ποσοστό, που ξεπερνά το 32%, το αίτιο της ανδρικής υπογονιμότητας παραμένει

άγνωστο (ιδιοπαθής υπογονιμότητα).

Τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί ανεξήγητα το ποσοστό της υπογονιμότητας

στον άντρα γεγονός το οποίο οφείλεται στην έκθεση σε χημικές ουσίες που υπάρχουν

στο περιβάλλον και καταστρέφουν την ποιότητα του σπέρματος. Οι καθηγητές

επισήμαναν ότι κατά την τελευταία 20ετία έχει παρατηρηθεί, παγκοσμίως, η μείωση

του αριθμού σπερματοζωαρίων στους άνδρες σε ποσοστό 2% ετησίως71.

 

ΑΓΧΟΣ ΚΑΙ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ

Η τεκνοποίηση αποτελεί έναν εξαιρετικά σημαντικό σκοπό στη ζωή ενός

ζευγαριού. Μοιραία λοιπόν, η υπογονιμότητα, δηλαδή η αδυναμία δύο συντρόφων να

επιτύχουν σύλληψη ή ολοκληρωμένη κύηση, είναι μια σοβαρή δοκιμασία που συχνά

συνοδεύεται από άγχος και άλλα δυσάρεστα συναισθήματα. Όπως έχει προϋποθεί,

υπογόνιμο θεωρείται ένα ζευγάρι όταν μετά από ένα χρόνο συχνών και ελεύθερων

σεξουαλικών επαφών δεν επιτυγχάνει τη σύλληψη. Υπολογίζεται ότι 8-14% των

ζευγαριών αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα υπογονιμότητας.

Τα προβλήματα υπογονιμότητας μπορεί να οφείλονται σε ανατομικούς,

οργανικούς ή παθολογικούς παράγοντες. Η υπογονιμότητα μπορεί να οφείλεται μόνο

στη γυναίκα, μόνο στον άντρα, και στους δύο ή σε άγνωστη αιτία. Τα τελευταία

χρόνια υπάρχει μια έντονη συζήτηση στην επιστημονική κοινότητα γύρω από τον

πιθανολογούμενο ρόλο ψυχολογικών παραγόντων σαν αίτια κάποιων περιπτώσεων

υπογονιμότητας. Κι αυτό, διότι παρά τη σημαντική εξέλιξη της τεχνολογίας, τα αίτια

της υπογονιμότητας δεν εντοπίζονται πάντοτε. Πιο συγκεκριμένα, υπάρχει ένα

ποσοστό της τάξης του 5% των υπογόνιμων ζευγαριών τα οποία, για ανεξήγητους

από ιατρική σκοπιά λόγους, δεν καταφέρνουν να συλλάβουν μετά από 2 χρόνια

συστηματικής σεξουαλικής επαφής.

Παρόλο όμως που τα ζευγάρια που αντιμετωπίζουν προβλήματα

υπογονιμότητας έχουν αυξημένα επίπεδα άγχους συγκριτικά με τα ζευγάρια που δεν

αντιμετωπίζουν τα προβλήματα αυτά, δεν έχει προς το παρόν τεκμηριωθεί

επιστημονικά ότι το άγχος και το στρες ευθύνεται για την υπογονιμότητα.

Ανέκδοτες παρατηρήσεις στη Μεγάλη Βρετανία καταδεικνύουν ότι οι

γυναίκες οι οποίες επισκέπτονταν το γυναικολόγο τους συχνότερα κατά τη διάρκεια

της εγκυμοσύνης τους, είχαν μικρότερα ποσοστά αποβολών. Μια από τις ερμηνείες

της παρατήρησης αυτής είναι ότι με τις τακτικότερες επισκέψεις στο γυναικολόγο, οι

γυναίκες αυτές λάμβαναν μεγαλύτερη επιβεβαίωση για την απρόσκοπτη πορεία της

εγκυμοσύνης τους, γεγονός που μείωνε τα επίπεδα του άγχους τους, μια και τους

παρείχε μια καλύτερη «αίσθηση ελέγχου» στη ζωή τους. Εδώ θα πρέπει να τονιστεί

ότι, από ψυχολογική σκοπιά, η απώλεια της «αίσθησης ελέγχου» συνδέεται άρρηκτα,

όχι μόνο με αυξημένα επίπεδα άγχους, αλλά και με άλλες μορφές ψυχικών

διαταραχών, όπως κατάθλιψη, φοβίες, ψυχοσωματικές διαταραχές, κ.λπ. Το άγχος,

όπως αναλύεται παρακάτω, σωματοποιείται μέσω της υπόφυσης και έτσι έμμεσα,

μπορεί να επηρεάζει το σύνολο σχεδόν των λειτουργιών του οργανισμού. Η

επιστημονική κοινότητα αναμένει με μεγάλο ενδιαφέρον τις επικείμενες έρευνες, που

θα αποπειραθούν να τεκμηριώσουν τελεσίδικα την επιβαρυντική επίδραση του

άγχους στην υπογονιμότητα.

 

 ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΑ  ΜΕΤΑΔΙΔΜΕΝΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ

Τα νοσήματα του σεξ ξανάρχονται έπειτα από την περίπου δεκαετή

υποχώρησή τους, λόγω του φόβου από την εμφάνιση του ΑΙDS και απειλούν και πάλι

σήμερα την υγεία και τη γονιμότητα των νέων ανδρών και γυναικών.

Κανένα σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα δεν έχει

εξαφανισθεί, αν και ο κόσμος πιστεύει κάτι τέτοιο για τη σύφιλη, επισημαίνει.

Παρατηρούμε, επιπλέον, μεγάλη αύξηση στη συχνότητα των κονδυλωμάτων, καθώς

έχουν σχέση με τις νέες συνήθειες των ανθρώπων, οι οποίοι αρχίζουν πλέον νωρίτερα

τη σεξουαλική τους ζωή και έχουν σήμερα περισσότερους σεξουαλικούς συντρόφους.

Μεγαλύτερη έξαρση σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων υπάρχει στις

ηλικίες 20-40 χρόνων, γιατί είναι και οι πιο ενεργές σεξουαλικά. Τελευταία, όμως,

παρατηρείται αύξηση των νοσημάτων αυτών και στους εφήβους και κυρίως στα

κορίτσια, ιδίως των νοσημάτων που προκαλούνται από τους ιούς ΗΡV (Ιοί των

ανθρωπίνων θηλωμάτων).Τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα είναι γενικά πιο συχνά στους

άνδρες, επειδή έχουν συνήθως περισσότερες σεξουαλικούς συντρόφους. Τα πιο

πολλά περιστατικά φθάνουν στους γιατρούς τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο,

καθώς τους καλοκαιρινούς μήνες, αυξάνεται κατά κανόνα ο αριθμός των

σεξουαλικών συντρόφων.

Τα πιο συχνά σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα είναι:

• Τα οξυτενή κονδυλώματα (προκαλούνται από τους ιούς ΗΡV).

• Ο έρπης των γεννητικών οργάνων (προκαλείται από τους ερπητοΐούς).

Άλλα τέτοια νοσήματα είναι:

• Η σύφιλη (προκαλείται από την ωχρά σπειροχαίτη).

• Οι γονοκοκκικές λοιμώξεις, όπως η βλεννόρροια (προκαλούνται από

τον γονόκοκκο).

• Οι χλαμυδιακές λοιμώξεις.

• Οι λοιμώξεις από τριχομονάδες.

• Το ΑΙDS.

• Οι ηπατίτιδες (Β και C).

Αυτοί που κινδυνεύουν περισσότερο είναι:

• Όσοι έχουν πολλούς σεξουαλικούς συντρόφους.

• Όσοι δεν χρησιμοποιούν προφυλακτικό.

• Όσοι αρχίζουν νωρίς τη σεξουαλική ζωή τους (κυρίως οι γυναίκες).

• Οι γυναίκες, επειδή μολύνονται πιο εύκολα από ορισμένα νοσήματα, όπως ο

έρπητας.

• Οι έφηβες 15-16 χρόνων, γιατί ο κόλπος τους δεν έχει ωριμάσει πλήρως και

έχει μικρότερη αντίσταση στις μολύνσεις.

• Όσοι έχουν συχνά πρωκτική σεξουαλική επαφή.

Η διάγνωση των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων γίνεται:

• Με την κλινική εξέταση από τον γιατρό.

• Αν χρειασθεί, η διάγνωση επιβεβαιώνεται και με εργαστηριακές εξετάσεις.

Αυτές είναι αιματολογικές για τη σύφιλη, τον έρπητα, τις ηπατίτιδες και το

ΑΙDS, και εξετάσεις του εκκρίματος από την ουρήθρα και των κολπικών

υγρών για τις γονοκοκκικές λοιμώξεις και τα χλαμύδια.

• Για τη λοίμωξη από τους ιούς ΗΡV, μπορεί να χρειασθεί και βιοψία, με

αφαίρεση και εξέταση των βλαβών.

Όμως πώς θα υποψιασθείτε ότι πάσχετε από ένα σεξουαλικώς μεταδιδόμενο

νόσημα:

• Τα εξανθήματα, σύμφωνα με πληροφορίες της κα Νικολαΐδου, μπορεί να

εμφανισθούν στο αιδοίο, στο πέος, στο εφήβαιο (στο κάτω σημείο της

κοιλιάς), στον πρωκτό ή στο περίνεο (στην περιοχή μεταξύ πρωκτού και

αιδοίου). Οι ιοί ΗΡV, μπορεί να προσβάλουν και τον τράχηλο της μήτρας και

οι βλάβες αυτές φαίνονται στο test ΠΑΠ.

• Τα κονδυλώματα εμφανίζονται με μικρά εξογκώματα στα γεννητικά όργανα,

που μοιάζουν με κρεατοελιές και έχουν το χρώμα του δέματος ή πιο σκούρο

και διαφορετική υφή από το υπόλοιπο δέρμα.

• Η σύφιλη εμφανίζεται με έλκη (πληγές) ή και με άλλα εξανθήματα.

• Ο έρπητας εμφανίζεται με μικρές φουσκάλες, που σπάνε και αφήνουν μικρές

διαβρώσεις (επιφανειακές πληγές).

• Οι ουρηθρίτιδες και οι τραχηλίτιδες (από γονοκοκκικές και χλαμυδιακές

λοιμώξεις και τριχομονάδες) εμφανίζονται με εκκρίματα από την ουρήθρα

στους άνδρες και αυξημένα κολπικά υγρά στις γυναίκες. Τα χλαμύδια είναι

στο 70% των περιπτώσεων στις γυναίκες και σε ένα μικρό ποσοστό των

ανδρών χωρίς συμπτώματα. Εάν, λοιπόν, βρεθεί ο ένας σύντροφος με

χλαμύδια, θα πρέπει να ελεγχθεί οπωσδήποτε και ο άλλος, έστω κι αν δεν έχει

συμπτώματα.

• Το ΑΙDS έχει πολλές και άτυπες εκδηλώσεις στην έναρξή του (όπως λ.χ.

συμπτώματα που μοιάζουν με αυτά της γρίπης).

Απαραίτητο είναι, επίσης, να διαπιστωθεί εάν η έγκυος πάσχει από έρπητα

των γεννητικών οργάνων. Εάν γεννήσει φυσιολογικά κατά την περίοδο που πάσχει,

το μωρό θα μολυνθεί και θα εμφανίσει τον νεογνικό έρπητα, που είναι συστηματική

νόσος, με σοβαρές επιπτώσεις για την υγεία του μωρού. Για να αποφευχθεί αυτό, θα

πρέπει να γίνει καισαρική τομή.

Ορισμένα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα έχουν σοβαρές συνέπειες

στην υγεία και τη γονιμότητα του ανθρώπου, ενώ άλλα μπορεί να επηρεάζουν απλώς

την ποιότητα ζωής του.

Ο έρπητας μπορεί να υποτροπιάζει συχνά, αλλά δεν έχει σοβαρές επιπτώσεις

στην υγεία του ανθρώπου. Μπορεί, όμως, να προκαλέσει ψυχολογικά προβλήματα

από τη συχνή επανεμφάνισή του.

Οι εκατό περίπου ΗΡV ιοί, που προκαλούν τα οξυτενή κονδυλώματα έχουν

ορισμένα ογκογόνα στελέχη, που εάν φθάσουν στον τράχηλο της μήτρας και δεν τα

καταπολεμήσει ο οργανισμός μέσα σε 15-20 χρόνια από τη μόλυνση, μπορεί να

προκαλέσουν.

Τα αντισυλληπτικά μέσα προστατεύουν από τη μετάδοση. Το προφυλακτικό

εξακολουθεί να αποτελεί το βασικότερο μέσο πρόληψης των σεξουαλικώς

μεταδιδόμενων νοσημάτων. Το προφυλακτικό προστατεύει σε υψηλό βαθμό από

ορισμένα νοσήματα, όπως είναι το ΑΙDS και οι ουρηθρίτιδες, αλλά δεν προστατεύει

το ίδιο από άλλα, όπως είναι η σύφιλη, ο έρπητας και τα κονδυλώματα. Αυτό

συμβαίνει, γιατί τα νοσήματα αυτά μπορεί να μεταδοθούν από την επαφή δέρματος

με δέρμα σε σημεία που δεν καλύπτονται από το προφυλακτικό.

Στο στάδιο έρευνας βρίσκονται αντιμικροβιακές ουσίες, που σε μορφή τζελ,

θα μπορεί στο μέλλον να τοποθετεί η γυναίκα ενδοκολπικά πριν από την επαφή και

να μειώνει τις πιθανότητες μόλυνσης από σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα.

 

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

Υπερηχογράφημα μήτρας και ωοθηκών . Το υπερηχογράφημα γίνεται για να εξετασθεί η σωστή ανατομία καθώς και λειτουργία της μήτρας και των ωοθηκών, επίσης, στην ίδια εξέταση παρατηρείται ο αριθμός των μικρών ανώριμων αλλά και ώριμων ωοθυλακίων.

 

Έλεγχος ωορρηξίας και ορμονών. Τα επίπεδα των ορμονών FSH (θηλακιοτρόπου ορμόνης) και Ε2 (οιστραδιόλης), μετριούνται στην αρχή του κύκλου δηλαδή την 2 η ή 3 η ημέρα της περιόδου, όπου δίνουν μια εικόνα της ποσότητας και πιθανώς της ποιότητας των ωαρίων που βρίσκονται αποθηκευμένα στις ωοθήκες. Την 18η και 21η ημέρα μετράμε την προγεστερόνη όπου μας επιβεβαιώνει την ωορρηξία.

 

Η υστεροσαλπιγγογραφία (HSG). Η υστεροσαλπιγγογραφία είναι μια ακτινογραφία της μήτρας και των σαλπίγγων. Μία σκιαγραφική ουσία εγχύνεται στην μήτρα και μέσω μιας οθόνης παρατηρείται η διαβατότητα των σαλπίγγων και οι πιθανές βλάβες αυτών. Η εξέταση γίνεται πάντα μετά την περίοδο (τις πρώτες 5-10 ημέρες), είναι λίγο ενοχλητική αλλά δεν απαιτεί νάρκωση. Η σαλπιγγογραφία δείχνει σίγουρα την διαβατότητα των σαλπίγγων αλλά όχι όλα τα προβλήματα. Ο ιδανικός έλεγχος της σαλπιγγικής υγείας συνδυάζει σαλπιγγογραφία με λαπαροσκοπικό έλεγχο.

 

Διαγνωστική υστεροσκόπηση. Είναι μια απλή επέμβαση που διενεργείται συνήθως με μέθη. Ανάλογα όμως με την πείρα και τον εξοπλισμό του γυναικολόγου, μπορεί να γίνει με ασφάλεια και στο ιατρείο. Κατά την διάρκεια της υστεροσκόπησης εισάγεται ένα πολύ λεπτό τηλεσκόπιο (περίπου 3 χιλιοστά) δια μέσω του κόλπου και του τραχήλου στην μήτρα, το οποίο επιτρέπει άμεσα να εκτιμηθεί η κοιλότητά της. Αν κατά την διάρκεια της επέμβασης ανιχνευθούν πολύποδες ή συμφύσεις και εφόσον η ασθενείς βρίσκεται υπό μέθη, η παθολογία μπορεί να διορθωθεί επιτόπου.

Λαπαροσκόπηση. Είναι μια επέμβαση η οποία επιτρέπει στον γιατρό να έχει μια πολύ ξεκάθαρη εικόνα της ανατομίας και λειτουργικότητας του έσω γεννητικού συστήματος της γυναίκας και ειδικά των σαλπίγγων. Αρχικά γίνονται 2-3 μικρές τομές στην κοιλία περίπου από μισό έως ένα εκατοστό η καθεμία. Από την τομή περνάει ένα εργαλείο -το λαπαροσκόπιο -το οποίο έχει μια κάμερα και μεταφέρει την εικόνα των εσωτερικών οργάνων της κοιλιάς σε μια οθόνη.

 

Σπερμοδιάγραμμα: Ανάλυση και επεξεργασία σπέρματος (τουλάχιστον 2 δείγματα με διαφορά 20-30 ημερών). Το δείγμα σπέρματος θα εξεταστεί ως προς τον αριθμό των σπερματοζωαρίων, την κινητικότητα τους και το ποσοστό των σπερματοζωαρίων με ανώμαλη μορφολογία. Μια μέτρηση περίπου 20 εκατομμυρίων σπερματοζωαρίων ανά ml, θεωρείται επαρκής για την επίτευξη φυσιολογικής σύλληψης. Παρ' όλα αυτά, σύλληψη μπορεί να πραγματοποιηθεί ακόμα και εάν α αριθμός των σπερματοζωαρίων είναι χαμηλότερος, αν η γυναίκα είναι γόνιμη. Η κινητικότητα και αντοχή των σπερματοζωαρίων έχει πιθανώς μεγαλύτερη αξία από απλά μεγάλους αριθμούς. Ιδανικά το δείγμα σπέρματος θα πρέπει να περιέχει παραπάνω από 50% κινητών σπερματοζωαρίων. Σε περιπτώσεις όπου οι αριθμοί και κινητικότητα του σπέρματος είναι πολύ χαμηλή, οι μέθοδοι εξωσωματικής θεραπείας (IVF) ή μικρογονιμοποίησης (ICSI), ενδεχομένως να κριθούν απαραίτητες.

    Υπερηχογραφικός έλεγχος, Doppler για ανίχνευση κιρσοκήλης

    Μέτρηση ορμονών FSH & LH (υπεύθυνες ορμόνες για την παραγωγή σπέρματος)

    Βιοχημικός έλεγχος σπερματικού υγρού

    Μικροβιολογικός έλεγχος σπέρματος

    Ανοσολογικός έλεγχος

    Κυτταρογενετικός έλεγχος

    Βιοψία ορχικού ιστού

 

ΒΙΤΑΜΙΝΗ D ΚΑΙ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ

  Ως ανεπάρκεια βιταμίνης D ορίζεται η μειωμένη συγκέντρωση της 25-υδροξυκαλσιφερόλης στον ορό (<20 ng/ml), και παρατηρείται συχνά σε ασθενείς των κέντρων υπογονιμότητας. Μία πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Neuro Endocrinology Letters 20131) παρουσιάζει το ρόλο της βιταμίνης D στην αναπαραγωγική διαδικασία και τη σημασία της στην αντιμετώπιση της υπογονιμότητας, και ειδικά σε θέματα όπως το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS), η ενδομητρίωση, τα ινομυώματα μήτρας, η πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια, η ανδρική υπογονιμότητα και οι τεχνικές εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Αποτελέσματα πολλών ερευνών καταδεικνύουν το ρόλο της βιταμίνης D στην αιτιοπαθογένεση του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών. Ανεπάρκεια της βιταμίνης ανευρίσκεται στο 65-87% των ασθενών. Η βιταμίνη D επηρεάζει τη μεταφορά της γλυκόζης μέσα στα κύτταρα, μέσω διέγερσης στην έκκριση της ινσουλίνης και έκφρασης των υποδοχέων της, και με αυτόν τον τρόπο επιδρά στην παχυσαρκία που παρατηρείται συχνά στις ασθενείς με το σύνδρομο.

 

Μελέτες δείχνουν θετική συσχέτιση μεταξύ της σωστής ανάπτυξης των ωοθηλακίων, του ποσοστού των κυήσεων, του δείκτη μάζας σώματος (BMI) και των συγκεντρώσεων καλσιφερόλης στον ορό, και συστήνουν την προσθήκη συμπληρωμάτων βιταμίνης D στα πρωτόκολλα θεραπείας του συνδρόμου, τόσο για την βελτίωση της ινσουλινοαντοχής, όσο και για την αντιμετώπιση της υπογονιμότητας.

Χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D έχουν παρατηρηθεί και σε γυναίκες με ινομυώματα μήτρας, και έχουν συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισής τους, όχι όμως σε στατιστικά σημαντικό βαθμό. Άλλες δημοσιεύσεις συσχετίζουν τα αυξημένα επίπεδα βιταμίνης D με αυξημένο κίνδυνο ενδομητρίωσης, με το μηχανισμό να περιγράφει ελλειμματική απόπτωση κυττάρων του ενδομητρίου, τα οποία περνούν στην περιτοναϊκή κοιλότητα και δημιουργούν εστίες ενδομητρίωσης.

 

Η βιταμίνη D διερευνάται και ως αιτιολογικός παράγοντας πρόωρης ωοθηκικής ανεπάρκειας, μέσω της άμεσης επίδρασης της στην αντιμυλλέριο ορμόνη (AMH). Αυτή η ορμόνη παίζει κεντρικό ρόλο στην αναπαραγωγή, καθώς διεγείρει τα ωοθηλάκια και τα προετοιμάζει για την επίδραση της FSH, αποτελώντας έτσι και προγνωστικό δείκτη ωορρηξίας σε τεχνικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Η βιταμίνη D ενισχύει την παραγωγή AMH και κατ’ επέκταση τη συντήρηση του ωοθηκικού αποθέματος.

 

Αντικείμενο έντονης έρευνας είναι και η επίδραση της βιταμίνης D στην ανδρική υπογονιμότητα. Φαίνεται πως τόσο χαμηλές (<20 ng/ml) όσο και υψηλές (>50 ng/ml) συγκεντρώσεις στον ορό επηρεάζουν αρνητικά τον αριθμό, την κινητικότητα και τη μορφολογία των σπερματοζωαρίων. Χαμηλές συγκεντρώσεις ανδρογόνων μπορεί να οφείλονται μεταξύ άλλων και σε ανεπάρκεια βιταμίνης D.

 

Σχετικά με την εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF), οι ασθενείς με φυσιολογικά επίπεδα βιταμίνης D (43,1+-10,65 ng/ml) είχαν τετραπλάσια πιθανότητα επιτυχίας της μεθόδου συγκριτικά με εκείνες με χαμηλά επίπεδα, αποτέλεσμα που σχετίζεται με την ωφέλιμη επίδραση της βιταμίνης στο ενδομήτριο. Χαμηλότερα ποσοστά εγκυμοσύνης επιτεύχθηκαν στις ασθενείς με συγκεντρώσεις εκτός των συνιστώμενων ορίων.

 

Αυξημένη συγκέντρωση βιταμίνης D και των μεταβολιτών της ανευρίσκεται σε κύτταρα του φθαρτού του πρώτου τριμήνου κύησης, υποδεικνύοντας τη συμβολή της στη σωστή εμφύτευση του εμβρύου. Τα αποτελέσματα αυτά ισχύουν για τους Καυκάσιους, ενώ για τους Ασιάτες φαίνεται να ισχύει η αντίστροφη συσχέτιση, με περισσότερες εγκυμοσύνες να σημειώνονται σε ασθενείς με χαμηλότερα επίπεδα βιταμίνης D στον ορό.

 

Οι ευρωπαϊκές κατευθυντήριες οδηγίες για τη χορήγηση συμπληρωμάτων βιταμίνης D στο γενικό πληθυσμό (“Vitamin D – minimum, maximum, optimum”. Warsaw, Oct 2012) συστήνουν τη χορήγηση τους μόνο σε περιπτώσεις ανεπάρκειας (<20 ng/ml). Οι δόσεις για ενήλικες και ηλικιωμένους φυσιολογικού σωματικού βάρους και θηλάζουσες μητέρες δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 4000 IU/ημέρα (100 ng/ml). Ειδικά για τις εγκύους οι δόσεις διαμορφώνονται στις 1500-2000 IU/ημέρα (37,5-50,0 ng/

 

ΧΛΑΜΥΔΙΑ ΚΑΙ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ

Ο τυπικός ορισμός των διαταραχών αναπαραγωγικής υγείας, κατά τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), αναφέρεται στην υπογονιμότητα ως την αδυναμία επίτευξης σύλληψης ύστερα από δύο τουλάχιστον χρόνια τακτικών σεξουαλικών επαφών χωρίς τη χρήση κάποιας αντισυλληπτικής μεθόδου, με το 8-10% των ζευγαριών να αντιμετωπίζουν σύμφωνα με διεθνείς μελέτες κάποιας μορφής προβλήματα υπογονιμότητας, δηλαδή περίπου 50-80 εκατομμύρια ζευγάρια παγκοσμίως.

 

Σημαντική θέση ανάμεσα στις κύριες αιτίες που οδηγούν σε υπογονιμότητα κατέχουν τα Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα (ΣΜΝ), με τις επιπτώσεις στην αναπαραγωγική υγεία των γυναικών να καθίστανται πολλαπλά επιβαρυντικές: λόγω ακριβώς των ιδιαίτερων ανατομικών χαρακτηριστικών του γεννητικού συστήματος στη γυναίκα, ο κίνδυνος μετάδοσης νοσημάτων με τη σεξουαλική επαφή είναι μεγαλύτερος από ό,τι στον άνδρα. Επίσης, η σεξουαλική συμπεριφορά υψηλού κινδύνου ανάμεσα στους νέους ενήλικες, επακόλουθη της οποίας είναι και η μεγάλη επίπτωση ΣΜΝ – και ειδικότερα των λοιμώξεων χλαμυδιακής αιτιολογίας –έχει συμβάλει στον ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό γυναικών με προβλήματα υπογονιμότητας, συνεπεία κάποιας παθολογίας της πυέλου και ιδιαίτερα των σαλπίγγων.

 

Το Chlamydia trachomatis είναι ένα υποχρεωτικά ενδοκυττάριο βακτήριο που ως είδος ανήκει στο γένος Chlamydia και αποτελεί έναν από τους συχνότερους παράγοντες που ευθύνονται για σεξουαλικά μεταδιδόμενες λοιμώξεις του ουροποιογεννητικού συστήματος: συγκεκριμένα, οι ορότυποι D, E, F, G, H, I, J και K είναι εκείνοι που συνηθέστερα προσβάλλουν τον ουρογεννητικό σωλήνα. Εκτός όμως από τη μετάδοση με τη σεξουαλική επαφή,το Chlamydia trachomatis μεταδίδεται με αυτοενοφθαλμισμό εκκριμμάτων των γεννητικών οργάνων καθώς και με κάθετη μετάδοση κατά τον τοκετό με τη δίοδο του νεογνού από το γεννητικό σωλήνα της πάσχουσας μητέρας.

 

Η λοίμωξη από Chlamydia trachomatis μπορεί να είναι αρχικά ασυμπτωματική ή να διαδράμει μια ήπια υποκλινική πορεία ή να μεταπίπτει σε μια εμμένουσα και υποτροπιάζουσα νοσογόνο κατάσταση για μεγάλο διάστημα προσβάλλοντας το γεννητικό σύστημα. Τούτο έχει μεγάλη σημασία, ειδικά για τις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, μια και η νόσος δύναται να παραμένει αδιάγνωστη, οπότε αφ’ ενόςδιευκολύνεται η περαιτέρω μετάδοση του λοιμωγόνου παράγοντα, αφ’ ετέρου πολλαπλασιάζονται οι επιπτώσεις στο αναπαραγωγικό σύστημα από τις βλάβες που προκαλεί στους ιστούς. Η χλαμυδιακή λοίμωξη ανευρίσκεται κυρίως στο κυλινδρικό επιθήλιο και μπορεί να εντοπίζεται αρχικά στον πρωκτό, την ουρήθρα (ουρηθρίτιδα), τους βαρθολίνιους αδένες, τον κόλπο (κολπίτιδα) και τον τράχηλο (τραχηλίτιδα), δύναται να επεκταθεί στη συνέχεια κατά την ανιούσα οδό του γεννητικού σωλήνα προς το ενδομήτριο (ενδομητρίτιδα), τις σάλπιγγες (σαλπιγγίτιδα) μέχρι και τις ωοθήκες, η δε χρόνια νόσηση συνδέεται συχνά με επιπλοκές για τη μητέρα και το νεογνό, όπως στειρότητα, αυξημένη νοσηρότητα (φλεγμονώδης νόσος της πυέλου, χρόνιο πυελικό άλγος, επιλόχεια ενδομητρίτιδα κ.λπ.), θνησιμότητα ή θνησιγένεια του νεογνού, πρόωρο τοκετό, μειωμένο βάρος γέννησης και έκτοπη κύηση.

 

Πολλαπλοί μηχανισμοί μπορούν να υπεισέλθουν στην αιτιοπαθογένεια της μεγάλης βαρύτητας των επιπτώσεων της λοίμωξης από C. trachomatis στη γυναικεία υπογονιμότητα.

 

Οι φλεγμονώδεις διεργασίες που πυροδοτούνται από τη χλαμυδιακή λοίμωξη είναι πιθανό να προσβάλλουν και να καταστρέφουν εξειδικευμένα διάμεσα κύτταρα που αποτελούν την πηγή της βηματοδοτικής δραστηριότητας, υπεύθυνης για την κινητικότητα της μήτρας και τη μεταφορά των ωαρίων. Η καταστροφή των κυττάρων αυτών, που σχηματίζουν ένα πυκνό δίκτυο συνδεδεμένο με τα λεία μυικά κύτταρα της μήτρας, έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο τη μειωμένη κινητικότητακαι το λειτουργικό αποκλεισμό της μεταφοράς ωαρίων, αλλά και τη δημιουργία συμφύσεων στο ενδομήτριο καθώς και την κατακράτηση των εκκρίσεων. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η ίνωση και η ρίκνωση των ιστών που μπορεί να φτάνει μέχρι και σε διαταραχές της μικροαρχιτεκτονικής των σαλπίγγων, απόφραξη, στειρότητα αλλά και σε αυξημένα ποσοστά εκτόπων κυήσεων.

Ένας επόμενος μηχανισμός που φαίνεται να εμπλέκεται στην υπογονιμότητα απότοκη των χλαμυδιακών λοιμώξεων και ειδικότερα της χλαμυδιακής σαλπιγγίτιδας είναι και η υδροσάλπιγγα: αποτελεί συχνό επακόλουθο σε ποσοστό 30% των περιπτώσεων απόφραξης των σαλπίγγων και εμποδίζει την εμφύτευση των εμβρύων στο ενδομήτριο, αφού οδηγεί σε παλινδρόμηση και υπέρμετρη συσσώρευση υγρών στη μητριαία κοιλότητα.

 

Στην παθογένεση της υδροσάλπιγγας υπάρχουν ενδείξεις ότι συμμετέχει ο Ρυθμιστής της Διαμεμβρανικής Αγωγιμότητας στην Κυστική Ινώδη Νόσο (Cystic Fibrosis Transmembrane conductance Regulator – CFTR), ένα κανάλι χλωρίου ενεργοποιούμενο μέσω ATP που ρυθμίζει την επιθηλιακή έκκριση υγρών και ηλεκτρολυτών: η έκφραση του CFTR έχει βρεθεί αυξημένη στο γεννητικό σωλήνα των προσβεβλημένων γυναικών, επαγόμενη από την απελευθέρωση κυτοκινών κατά τη διάρκεια της λοίμωξης από C. trachomatis. Ωστόσο, ο CFTR παίζει ρόλο και στη ρύθμιση της ισορροπίας του όγκου των υγρών στο επίπεδο της βλεννώδους μεμβράνης του ενδομητρίου στη διάρκεια του κύκλου, κάτι που δείχνει να σχετίζεται με μειωμένο ποσοστό εμφύτευσης των βλαστοκυττάρων.

 

Τέλος, η συμμετοχή της ανοσιακής απάντησης μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη βαρύτητα των επιπτώσεων και των επιπλοκών της χλαμυδιακής λοίμωξης: από τη μια πλευρά μεμονωμένοι γενετικοί πολυμορφισμοί σε εξειδικευμένα γονίδια σχετίζονται με την ανοσολογική απόκριση του ξενιστή (κυτοκίνες, ιντερλευκίνες, TNF-α, NRLP3 κλπ) και από την άλλη, έχει προταθεί ένα μοντέλο στειρότητας σαλπιγγικού παράγοντα αυτοάνοσης προέλευσης, που έχει τη βάση του σε μια διασταυρούμενη αντίδραση μεταξύ των πρωτεϊνών θερμικού σοκ (HSPs, Heat Shock Proteins), και συγκεκριμένα ανάμεσα στη χλαμυδιακή HSP60 (cHSP60) και την ανθρώπινη HSP60.

 

Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, η υπογονιμότητα που οφείλεται σε βλάβες των σαλπίγγων απότοκες λοίμωξης από C. trachomatis (χλαμυδιακή σαλπιγγίτιδα) ανέρχεται στο 30-40% των περιπτώσεων των υπογόνιμων γυναικών, με την πιο συχνή αιτία να είναι η φλεγμονώδης νόσος της πυέλου.Ο αριθμός των επεισοδίων νόσησης είναι καθοριστικός: ορισμένες στατιστικές δεικνύουν πως μία χλαμυδιακή λοίμωξη οδηγεί σε 12% κίνδυνο υπογονιμότητας, η δεύτερη νόσηση σε 40% και η τρίτη αυξάνει την πιθανότητα σε 80%. Αξίζει τέλος να αναφερθεί και η περίπτωση της ιατρογενούς ανιούσας μεταφοράς της χλαμυδιακής λοίμωξης με την επεμβατική ενδομητρική διείσδυση κατά την υστερο-σαλπιγγογραφία, την υστεροσκόπηση κ.λπ., η οποία μπορεί συν τοις άλλοις να επανενεργοποιήσει παλαιά λανθάνουσα λοίμωξη τη στιγμή που διενεργείται συχνά για διαγνωστικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς σε υπογόνιμες γυναίκες.

 

ΑΝΟΣΟΛΟΓΙΚΑ ΑΙΤΙΑ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑΣ

Οι μηχανισμοί επικοινωνίας μεταξύ του εμβρύου που ξεκινούν από την διείσδυση του στο ενδομήτριο (προκειμένου να ολοκληρωθεί επιτυχώς η διαδικασία της εμφυτεύσεως) και της μήτρας σαν δεκτικό όργανο αποδοχής του εξελισσόμενου εμβρύου, είναι σύνθετη και εν πολύς άγνωστη.

 

Όταν αυτή η επικοινωνία αποτυγχάνει η διαδικασία της εμφυτεύσεως σταματά πρώιμα όπως συμβαίνει στις βιοχημικές εγκυμοσύνες ή αργότερα όταν ακόμα και μετά από την ανάπτυξη σάκου ή ύπαρξης εμβρύου με εμβρυϊκό παλμό η εγκυμοσύνη σταματά.

 

Πολλοί υποστηρίζουν ότι σε αυτή την επικοινωνία η μήτρα θεωρεί «ξένο» υλικό το έμβρυο μια και το μισό γενετικό υλικό προέρχεται από το σπέρμα και το αποβάλλει. Στον παθογενετικό αυτό μηχανισμό έχουν ενοχοποιηθεί κατά καιρούς διάφοροι παράγοντες όπως αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο, η μη ιστοσυβατότητα των HLL αντιγόνων αλλά και τα αυξημένα επίπεδα των τοξικών λεμφοκυττάρων (natural killer cells=NK).Τα λεμφοκύτταρα είναι κύτταρα του αίματος (λευκά αιμοσφαίρια) τα οποία συμμετέχουν στις ανοσολογικές αντιδράσεις και τα ΝΚ είναι ένας υπότυπος αυτών των κυττάρων που παίζει ένα σημαντικό λόγο στην αντίδραση του οργανισμού στο να καταστρέφει ή να αδρανοποιεί μολυσματικά και κακοήθη κύτταρα.Τα ΝΚ κύτταρα είναι μεγάλα κοκκιώδη λεμφοκύτταρα τα οποία ενεργοποιούνται και πολλαπλασιάζονται όταν λαμβάνουν μηνύματα από άλλα ανοσολογικά ερεθίσματα όπως interferone ενεργοποίηση των υποδοχέων των κυττάρων του ανοσολογικού συστήματος. Τα κοκκία στο κυτταρόπλασμα των ΝΚ κυττάρων περιέχουν τοξικές πρωτεΐνες.

 

Τα ΝΚ κύτταρα είναι παρόντα στην κυκλοφορία του αίματος και όταν λαμβάνουν τα κατάλληλα μηνύματα εμφανίζονται σε διαφορετικά όργανα.Τα ΝΚ κύτταρα είναι παρόντα και στο ενδομήτριο των μη εγκύων γυναικών και βοηθούν σε συνδυασμό με τα διάφορα ορμονικά ερεθίσματα στη φυσιολογική διαδικασία της ωορρηξίας και της αναπαραγωγής.Τα επίπεδα των ενδομητρικών ΝΚ κυττάρων αυξάνονται δραματικά μετά την ωορρηξία. Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι θεραπείες οι οποίες αποσκοπούν στο να μειώσουν τα επίπεδα των ΝΚ κυττάρων είναι ευεργετικές σε ασθενείς που έχουν ανοσολογικής προέλευσης προβλήματα αναπαραγωγής.Τα ΝΚ κύτταρα που βρίσκονται στο ενδομήτριο κατά την διάρκεια της πρώιμης εγκυμοσύνης έχουν μεγαλύτερη τοξικότητα και παράγουν μεγάλες ποσότητες ΤΝF μιας πρωτεΐνης η οποία είναι ικανή να σκοτώσει τα πλακουντιακά και εμβρυϊκά κύτταρα.

 

Τα ΝΚ κύτταρα αναγνωρίζονται από τις πρωτεΐνες CD 56+ με ή χωρίς 16+ οι οποίες λειτουργούν σαν δείκτες επιφανείας. Τα CD 56+ ΝΚ κύτταρα είναι αυτά που βρίσκονται κατά κανόνα στο ενδομήτριο στην διάρκεια δημιουργίας του πλακούντα και παραμένουν σε υψηλά νούμερα σε όλη την εμφυτευτική επιφάνεια. Το φυσιολογικό εύρος των CD 56+ ΝΚ κυττάρων στο αίμα κυμαίνεται από 5-12% επί του συνόλου των λεμφοκυττάρων.Ποσοστά πάνω από 18% έχουν σχετιστεί με πολύ φτωχή αναπαραγωγική έκβαση. Φυσιολογικά τα ΝΚ κύτταρα που βρίσκονται στο ενδομήτριο βοηθούν στις αγγειακές αλλαγές που επέρχονται στο σημείο της εμφυτεύσεως προκειμένου να υποστηρίξουν την ανάπτυξη των κυττάρων της εμβρυϊκής τροφοβλάστης που οδηγεί στην σωστή ανάπτυξη του πλακούντα.

 

Ωστόσο όταν η αύξηση ή η ενεργοποίηση των ΝΚ κυττάρων γίνεται παθολογική αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αναστολή της διαδικασίας εμφυτεύσεως ή σε πρώιμη απώλεια της κύησης.

 

ΑΠΟΒΟΛΕΣ

Ο κίνδυνος αποβολής αυξάνει όσο αυξάνει η ηλικία της γυναίκας, συνολικά όμως περίπου το 15% των κυήσεων καταλήγουν σε αποβολή. Περίπου το 13% των επιβεβαιωμένων πρώτων κυήσεων καταλήγουν σε αποβολή. Το ποσοστό μιας δεύτερης διαδοχικής αποβολής είναι 17%. Όμως μετά από 2 διαδοχικές αποβολές, το ποσοστό αποβολής ανεβαίνει στο 35 με 40% και αυξάνει περαιτέρω με κάθε επόμενη αποβολή. Περίπου 5% των ζευγαριών που επιτυγχάνουν εγκυμοσύνη έχουν 2 διαδοχικές αποβολές και 2% των ζευγαριών έχουν 3 ή περισσότερες.

 

Μέχρι πριν μερικά χρόνια, τα αίτια των πολλαπλών αποβολών ήταν άγνωστα. Πιο πρόσφατα όμως έχουν αποκαλυφθεί σε μεγάλο βαθμό οι εμπλεκόμενοι μηχανισμοί. Υπάρχουν λοιπόν 2 βασικές αιτίες για τις πολλαπλές αποβολές: είτε υπάρχει πρόβλημα με το ίδιο το έμβρυο (π.χ. χρωμοσωμική ανωμαλία) που δεν επιτρέπει την εμφύτευση ή την ανάπτυξη του εμβρύου είτε υπάρχει πρόβλημα στο περιβάλλον της μήτρας (ανατομικό, ορμονικό ή ανοσολογικό), εκεί δηλαδή όπου πρόκειται να αναπτυχθεί το έμβρυο. Πιο αναλυτικά:

 

•  Χρωμοσωμικές ανωμαλίες εμβρύου.Τουλάχιστον 60-90% των αυτόματων αποβολών συμβαίνουν λόγω μιας χρωμοσωμικής ανωμαλίας κατά τη γονιμοποίηση. Αυτό σημαίνει ότι είτε το ωάριο είτε το σπερματοζωάριο έφερε μια γενετική (χρωμοσωμική) ανωμαλία. Αυτού του είδους οι αποβολές είναι ένας μηχανισμός άμυνας της φύσης προκειμένου να μη γεννιούνται μωρά με σοβαρά προβλήματα υγείας. Επειδή αυτού του είδους οι γενετικές ανωμαλίες στα ωάρια ή στα σπερματοζωάρια είναι τυχαία γεγονότα και άρα είναι σπάνιες, τέτοιου είδους αποβολές συνήθως δεν επαναλαμβάνονται.

 

 

Σε περίπου 1-5% των ζευγαριών, η εξήγηση για τις πολλαπλές αποβολές είναι η χρωμοσωμική ανωμαλία ενός από τους γονείς. Αυτό μπορεί να διαπιστωθεί με μια εξέταση αίματος – το δείγμα υποβάλλεται σε εξέταση καρυότυπου. Το συνηθέστερο πρόβλημα είναι κάποια δομικά προβλήματα των χρωμοσωμάτων: αν ένα χρωμόσωμα έχει κοπεί σε ένα σημείο ή αν λείπει ένα τμήμα αυτό ονομάζεται «διαγραφή». Αλλιώς μπορεί να ανιχνευθεί «μετατόπιση», δηλαδή ένα τμήμα από ένα χρωμόσωμα εντοπίζεται σε άλλη θέση.

 

Αν ο καρυότυπος είναι φυσιολογικός, τότε η αποβολή δεν οφειλόταν σε χρωμοσωμική ανωμαλία. Σε αυτή την περίπτωση πρέπει να ελεγχθούν και άλλοι παράγοντες (προβλήματα στη μήτρα, στο ορμονικό προφίλ, στο σπέρμα, στο ανοσοποιητικό κλπ) και να αποκλεισθούν πριν να διαβεβαιωθεί το ζευγάρι ότι η αποβολή ήταν ένα τυχαίο γεγονός και να συνεχίσουν την προσπάθεια για την επίτευξη εγκυμοσύνης.Αν όμως ο καρυότυπος εμφανίζει μια ανωμαλία, τότε είναι αυξημένη η πιθανότητα για αποβολές και πρέπει να γίνει εξατομικευμένη προσέγγιση του ζευγαριού ανάλογα με τη χρωμοσωμική ανωμαλία που εντοπίζεται. Σε αυτή την περίπτωση είναι απαραίτητη και η συμβουλή ενός γενετιστή.

 

                         • Χαμηλό απόθεμα ωαρίων στις ωοθήκες 

Η ηλικία είναι κρίσιμος παράγοντας για τη συχνότητα των αποβολών που παρατηρούνται: στα 28 μια γυναίκα έχει 10% πιθανότητα να αποβάλλει, ενώ από τα 40 και πάνω έχει 1 στις 3 (~33%).Μια μεγάλη μερίδα των γυναικών που έχουν πολλαπλές αποβολές είναι αυτές που έχουν χαμηλό απόθεμα ωαρίων στις ωοθήκες τους . Το αίτιο για τις αποβολές είναι η κακή ποιότητα ωαρίων, τα οποία εμφανίζουν γενετικές ανωμαλίες, άρα και τα έμβρυα που προκύπτουν έχουν και αυτά γενετικές ανωμαλίες.

 

Οι γυναίκες αυτές μπορεί να μην έχουν κανένα άλλο πρόβλημα, παρά μόνο το ότι τα ωάριά τους είναι «ηλικιωμένα» και άρα «χαμηλής ποιότητας». Πιθανότατα τα ωάρια γυναικών μεγαλύτερης ηλικίας οπτικά να είναι άριστα, όμως έχει αποδειχθεί ότι τα έμβρυα που δημιουργούνται έχουν σε μεγαλύτερο ποσοστό χρωμοσωμικά προβλήματα (εξαιτίας προβλημάτων στον πυρήνα, δηλαδή στο γενετικό υλικό των ωαρίων).

•  Προβλήματα στο σπέρμα.Ένας άλλος παράγοντας που θεωρείται ότι προκαλεί πολλαπλές αποβολές είναι η κακή ποιότητα σπέρματος. Όταν ένα σπερματοζωάριο είναι μη-φυσιολογικό, τότε το έμβρυο που προκύπτει παρουσιάζει προβλήματα.Τουλάχιστον στο 30% των περιπτώσεων ανδρικής υπογονιμότητας, η πραγματική αιτία του προβλήματος στο σπέρμα είναι άγνωστη. Οι μέθοδοι αξιολόγησης της ανδρικής υπογονιμότητας στην ουσία περιορίζονταν στην αναλύση , η οποία μετράει 3 παραμέτρους: αριθμό, κινητικότητα και μορφολογία σπερματοζωαρίων. Σε πολλές μελέτες έχει αναφερθεί ότι η επίδραση του σπέρματος στην ποιότητα του εμβρύου και στην επιτυχία της εγκυμοσύνης δεν έχει σχέση με χρωμοσωμικές ανωμαλίες. Αν το γενετικό υλικό στο σπέρμα έχει υποστεί φθορές, τότε έχει αρνητική επίδραση στην ανάπτυξη του εμβρύου. Κλινικά αυτό μπορεί να φανεί ως αποβολή.Νέες επιστημονικές μελέτες ενοχοποιούν το βαθμό διάσπασης του DNA στα σπερματοζωάρια ως παράγοντα πρόβλεψης της ανδρικής υπογονιμότητας. Ο βαθμός διάσπασης του DNA στα σπερματοζωάρια μετριέται με την εξέταση DFI (DNA fragmentation index).Η επιστημονική έρευνα υποδεικνύει πως τα σπερματοζωάρια με υψηλό ποσοστό διάσπασης του DNA (γενετικό υλικό) έχουν μικρότερη πιθανότητα να δώσουν μια υγιή εγκυμοσύνη. Μια στατιστική ανάλυση εκατοντάδων δειγμάτων σπέρματος έδειξε πως οι άντρες με ποσοστό διάσπασης του DNA μεγαλύτερο από 30% στα σπερματοζωάρια έχουν σημαντικά μειωμένο δυναμικό γονιμότητας (λιγότερες εγκυμοσύνες, διπλάσιες αποβολές). Στο παρελθόν το «χρυσό πρότυπο» για την αξιολόγηση της ανδρικής υπογονιμότητας ήταν η ανάλυση σπέρματος. Σήμερα ξέρουμε ότι κάποια δείγματα σπέρματος που δείχνουν φυσιολογικά κατά την παραδοσιακή ανάλυση σπέρματος είναι πιθανό να έχουν εκτεταμένη διάσπαση του DNA.

 

ΟΡΜΟΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ    

Μερικές γυναίκες πιθανόν να αποβάλλουν εξαιτίας χαμηλών επιπέδων της ορμόνης προγεστερόνης. Η προγεστερόνη παράγεται μετά την ωορρηξία και είναι απαραίτητη για την εγκυμοσύνη, γιατί βοηθάει στην εμφύτευση του εμβρύου. Όταν τα επίπεδα αυτής της ορμόνης είναι χαμηλά, τότε είναι δύσκολο για το έμβρυο να εμφυτευτεί στο ενδομήτριο. Οι γυναίκες που έχουν κύκλο λίγων ημερών είναι πιο επίφοβες για τέτοιου είδους προβλήματα, ειδικά αν το διάστημα μεταξύ της ωορρηξίας και της περιόδου είναι μικρότερο από 12 μέρες. Η διάγνωση σε αυτές τις περιπτώσεις επιβεβαιώνεται με μια εξέταση αίματος (χαμηλά επίπεδα προγεστερόνης μια εβδομάδα μετά την ωορρηξία) και με μια βιοψία του ενδομητρίου. Σε αυτή την περίπτωση χορηγείται στη γυναίκα προγεστερόνη για τις 2 τελευταίες εβδομάδες του κύκλου.Ωστόσο, νεότερα δεδομένα υποδηλώνουν πως μερικές φορές τα επίπεδα προγεστερόνης είναι χαμηλά ακριβώς επειδή η ωορρηξία-κύηση δεν εξελίσσεται ομαλά, γιατί υπάρχει δηλαδή κάποιο πρόβλημα.

 

    Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών

Oι γυναίκες με Συνδρομο Πολυκυστικων Ωοθηκών αποβάλλουν πιο συχνά. Η ισχύουσα θεωρία είναι ότι στις γυναίκες αυτές οι ωοθήκες παράγουν μεγάλες ποσότητες της ορμόνης LH (ωχρινοποιητική ορμόνη) και ανδρογόνων. Αυτές οι γυναίκες έχουν συνήθως και αντίσταση στην ινσουλίνη.Τα υψηλά επίπεδα LH, ανδρογόνων και ινσουλίνης πιθανόν να προκαλούν προβλήματα στα ωάρια, τα οποία, κατά τη φάση της ωορρηξίας, δεν είναι υγιή. Εάν γονιμοποιηθεί ένα τέτοιο ωάριο, είναι πιθανό ότι και το έμβρυο δε θα είναι υγιές και άρα απορρίπτεται από το σώμα της γυναίκας μετά από 6-8 εβδομάδες (αποβολή).Σε αυτές τις γυναίκες έχει νόημα η ρύθμιση της ορμονικής διαταραχής (LH, ανδρογόνα ινσουλίνη), έτσι ώστε κατά την γονιμοποίηση το ωάριο να είναι υγιές και να δώσει ένα υγιές έμβρυο. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με 3 τρόπους, ανάλογα τη βαρύτητα της κάθε περίπτωσης:

• απώλεια βάρους και άσκηση

• φαρμακευτική αγωγή

• λαπαροσκοπική διαθερμία ωοθηκών

 

Οι αποβολές που οφείλονται σε προβλήματα στη μήτρα προκαλούνται από τα κάτωθι:

• Συγγενείς ανωμαλίες στη μήτρα με τις οποίες γεννιέται η γυναίκα, αλλά οι οποίες δεν προκαλούν κανένα πρόβλημα μέχρι να μείνει έγκυος. Οι πιο συχνές ανωμαλίες είναι: διάφραγμα (το οποίο διαιρεί την κοιλότητα της μήτρας), μονόκερως μήτρα (έχει αναπτυχθεί μόνο το ένα ήμισυ της μήτρας), δίκερως μήτρα (η μήτρα αποτελείται από δύο κοιλότητες λόγω μη σωστής ανάπτυξής της). Όταν μια μήτρα έχει τέτοιου είδους ανωμαλίες δυσκολεύεται να υποστηρίξει την εγκυμοσύνη και για αυτό το λόγο παρατηρούνται πιο συχνές αποβολές. Όμως αυτό δε σημαίνει πως κάποιες από τις γυναίκες με τέτοιες ανωμαλίες δεν καταφέρνουν να φτάσουν χωρίς προβλήματα ως το τέλος της εγκυμοσύνης. Είναι σημαντικό να τονίσουμε επίσης πως όλες οι παραπάνω ανωμαλίες της μήτρας αποτελούν και αιτίες υπογονιμότητας (μη επίτευξης εγκυμοσύνης).

• Ινομύωματα, τα οποία είναι καλοήθεις όγκοι λείου μυϊκού ιστού στο εσωτερικό της μήτρας. Τα πιο πολλά ινομυώματα δεν δημιουργούν προβλήματα στην εγκυμοσύνη, αν όμως ένα ινομύωμα είναι πολύ κοντά στο ενδομήτριο, τότε μπορεί να εμποδίσει την εμφύτευση του εμβρύου.

• Συμφύσεις, που αποτελούνται από ινώδη ιστό μετά από κάποιο τραυματισμό της μήτρας. Οι συμφύσεις προκαλούν προβλήματα στην εμφύτευση του εμβρύου. Πιο συχνά δημιουργούνται μετά από μια απόξεση και ανιχνεύονται με υστεροσκοπηση  ή υστεροσαλπιγγογραφία. Μπορούν να αφαιρεθούν με υστεροσκοπίκη  χειρουργική.

• Ανεπαρκής τράχηλος (αδύναμος, χαλαρός), ο οποίος, όπως πιέζεται από το έμβρυο που μεγαλώνει, ανοίγει με κίνδυνο για το έμβρυο. Αυτό μπορεί να συμβεί είτε λόγω συγγενούς ανωμαλίας είτε γιατί ο τράχηλος είχε τραυματιστεί σε μια προηγούμενη εγκυμοσύνη ή αποβολή. Σε αυτές τις περιπτώσεις γίνεται περίδεση του τραχήλου, η οποία αφαιρείται 2 εβδομάδες πριν τον τοκετό ή κατά τον τοκετό. Η περίδεση είναι μια απλή επέμβαση και συνήθως γίνεται μετά τη 12 εβδομάδα κύησης με δεδομένο ότι το υπερηχογράφημα δείχνει πως το έμβρυο είναι υγιές. Στο «γέννημα» εξετάζουμε τον τράχηλο και μόνο αν υπάρχουν σημάδια ανεπάρκειας προχωράμε στην περίδεση. Η περίδεση του τραχήλου όσο κι αν είναι απλή σαν επέμβαση, δεν παύει να έχει πιθανές επιπλοκές, όπως η φλεγμονή ή η αιμορραγία, και δεν πρέπει να γίνεται αν δεν υπάρχει πραγματικός λόγος.

Η διάγνωση αυτών των ανατομικών προβλημάτων γίνεται με υστεροσκόπηση ή υστεροσαλπιγγογραφία. Το υπερηχογράφημα δίνει ενδείξεις του προβλήματος, αλλά δεν παρέχει επιβεβαιωμένη διάγνωση.

 

    Θρομβοφιλίες

 

Όταν ένας ασθενής έχει την τάση να δημιουργεί θρόμβους, τότε λέμε ότι έχει «θρομβοφιλία». Η θρομβοφιλία μπορεί να αποδειχθεί απειλητική για τη ζωή του ασθενούς αν ο θρόμβος εμποδίζει τη ροή του αίματος. Η θρομβοφιλία μπορεί να είναι κληρονομική ή μπορεί να προκληθεί από εξωτερικούς παράγοντες, όπως οι χειρουργικές επεμβάσεις, η παχυσαρκία, η εγκυμοσύνη, η χρήση αντισυλληπτικών, το αντι-φωσφολιπιδικό σύνδρομο ή μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα σε ακινησία.Ο γιατρός υποπτεύεται ότι πρόκειται για θρομβοφιλία αν ο ασθενής παρουσιάζει φραγμένα αγγεία σε μικρή ηλικία ή αν υπάρχει ισχυρό σχετικό οικογενειακό ιστορικό, όπως εγκεφαλικό, πνευμονική εμβολή ή θρόμβωση. Παρόλα αυτά, κάποιοι ασθενείς με θρομβοφιλία δεν έχουν συμπτώματα. Ή, ακόμα αν έχουν συμπτώματα, δε γίνεται διάγνωση γιατί η τάση για σχηματισμό θρόμβων δεν είναι ισχυρή.Η κληρονομική θρομβοφιλία προέρχεται όταν ο/η ασθενής φέρει μεταλλάξεις στα γονίδια που ελέγχουν την πήξη του αίματος. Τα γονίδια αυτά είναι η αντιθρομβίνη ΙΙΙ, η πρωτεΐνη S ή η πρωτεΐνη C. Όταν υπάρχουν μεταλλάξεις σε αυτά τα γονίδια, τότε επηρεάζεται η πήξη του αίματος και υπάρχει η τάση για δημιουργία θρόμβων.

 

Πρόσφατες έρευνες υποδηλώνουν πως υπάρχει πιθανή σχέση ανάμεσα στην κληρονομική θρομβοφιλία και τις πολλαπλές αποβολές. Οι γενετικοί παράγοντες που εξετάζονται σε αυτή την περίπτωση είναι μετάλλαξη του παράγοντα V Leiden και η μετάλλαξη G20210A της προθρομβίνης (πρόκειται για παράγοντες που ρυθμίζουν την πήξη του αίματος). Αυτές οι δύο μεταλλάξεις είναι οι πιο συχνές αιτίες κληρονομικής θρομβοφιλίας και ανιχνεύονται εύκολα με μια εξέταση αίματος. Και οι δύο αυτές μεταλλάξεις, όπως και άλλες, έχουν συσχετισθεί με τις πολλαπλές αποβολές.

 

Σε πρόσφατες μελέτες φάνηκε πως στους ασθενείς που αντιμετωπίζουν πολλαπλές αποβολές είναι πιθανό να ανιχνεύονται αυτοί οι δείκτες της θρομβοφιλίας. Συγκεκριμένα, σε μια μελέτη βρέθηκε πως 19% των ασθενών με αποβολή (15 στους 80) έφερε τη μετάλλαξη του παράγοντα V Leiden (ενώ στις γυναίκες χωρίς αποβολή το ποσοστό είναι 4%). Στις γυναίκες που έχουν προδιάθεση για αποβολές είναι επίσης υψηλά τα ποσοστά και άλλων δεικτών θρομβοφιλίας (μετάλλαξη προθρομβίνης, αντίσταση ενεργοποιημένης πρωτεΐνης C και ανεπάρκεια αντιθρομβίνης ΙΙΙ). Τέτοιου είδους αποτελέσματα έχουν αναφερθεί από πολλούς μελετητές, αλλά σίγουρα χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση αυτού του επιστημονικού πεδίου.

 

Οι μεταλλάξεις σε άλλα γονίδια που ελέγχουν την πήξη του αίματος σχετίζονται με τις πολλαπλές αποβολές: παράγοντας V Leiden, παράγοντας II προθρομβίνης, ινωδογόνο, παράγοντας XIII. Μάλιστα φαίνεται πως όσες περισσότερες μεταλλάξεις έχει μια ασθενής, τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα αποβολής σε αρχικό στάδιο της εγκυμοσύνης. Σε μια μελέτη, περίπου 8% των γυναικών με ιστορικό πολλαπλών αποβολών είχαν συνδυασμό παραγόντων θρομβοφιλίας, ενώ στις γυναίκες χωρίς ιστορικό αποβολών το ποσοστό αυτό ήταν 1%.

Εκτός από τις εξετάσεις για τα αντι-φωσφολιπιδικά αντισώματα, τον ερυθηματώδη λύκο και τα αντισώματα αντικαρδιολιπίνης, οι ασθενείς με πολλαπλές αποβολές θα πρέπει να κάνουν τις ακόλουθες εξετάσεις για τους δείκτες της θρομβοφιλίας:

• Αντι φωσφοτιδυλ-σερίνη

• PAI-1

• Αντιθρομβίνη ΙII

• Προθρομβίνη II

• Δραστικότητα πρωτεΐνης C

• Δραστικότητα πρωτεΐνης S

• Παράγοντας V Leiden

• Ομοκυστεΐνη

• MTHFR

• GPIα

 

Αν τα αποτελέσματα καθεμιάς από αυτές τις εξετάσεις δεν είναι φυσιολογικά, αυτό μπορεί να σημαίνει ότι υπάρχει αυξημένος κίνδυνος για το σχηματισμό θρόμβων στην κυκλοφορία στον πλακούντα και πιθανά πνευμονική εμβολή του εμβρύου.

 

Συνοψίζοντας, αφού έχει αποδειχθεί ότι οι κληρονομικές θρομβοφιλίες παίζουν σημαντικό ρόλο στις πολλαπλές αποβολές, οι ασθενείς που αντιμετωπίζουν αυτό το πρόβλημα θα πρέπει να εξετασθούν για διαταραχές της πήξης του αίματος, ακόμα και αν δεν έχουν κλινικά συμπτώματα. Εάν εντοπισθεί θρομβοφιλία, τότε ξεκινά η κατάλληλη αγωγή και η παρακολούθηση της ασθενούς.

 

    Ασθένειες

Οι ασθένειες της μητέρας που μπορεί να προκαλέσουν επαναλαμβανόμενες αποβολές είναι οι εξής:

• Θυρεοειδίτιδες, ιδιαίτερα ο υποθυρεοειδισμός, όταν δεν ελέγχεται με φαρμακευτική             αγωγή

• Σοβαρή ασθένεια της καρδιάς, του ήπατος ή των νεφρών,

• Ερυθηματώδης λύκος, μια ασθένεια (αυτοάνοσο νόσημα) κατά το οποίο ο                           οργανισμός παράγει αντισώματα  κατά των ίδιων του των ιστών,

• Σακχαρώδης διαβήτης, αδιάγνωστος ή αρρύθμιστος,

• Ενδομητριωση.

 

Όσον αφορά τις λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος (π.χ. μυκόπλασμα), δεν υπάρχει απόδειξη ότι προκαλούν αποβολή.

    Τρόπος ζωής.Αν οι γυναίκες εκτίθενται συστηματικά σε τοξικά αέρια ή χημικές ουσίες (όπως οργανικοί διαλύτες, εντομοκτόνα, λιπάσματα, βαρέα μέταλλα π.χ. λόγω επαγγέλματος), αυτό μπορεί να βλάψει το έμβρυο και να προκαλέσει αποβολή, γιατί το έμβρυο είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο.Οι γυναίκες που καπνίζουν και που κάνουν κατάχρηση αλκοόλ ή ναρκωτικών ουσιών επίσης έχουν υψηλή πιθανότητα για αποβολές.

 

 ΑΝΟΣΟΛΟΓΙΚΑ  ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

Η κύρια λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος είναι η προστασία του οργανισμού από τις λοιμώξεις. «Απορρίπτει», δηλαδή διώχνει, τους εισβολείς (ιοί, βακτήρια) τους οποίους αναγνωρίζει ως «ξένα σώματα».

Σε κάποιες περιπτώσεις, το ανοσοποιητικό σύστημα δεν αντιδρά φυσιολογικά και έτσι δημιουργούνται διάφορα προβλήματα υγείας. Σήμερα είναι ξεκάθαρο πως, όσον αφορά την αναπαραγωγή, πολλές από τις αποβολές κατά τα πρώτα στάδια της εγκυμοσύνης προκύπτουν εξαιτίας του ανοσοποιητικού συστήματος της γυναίκας το οποίο ενεργοποιείται κατά μη φυσιολογικό τρόπο.

 

Η επιστημονική έρευνα έχει δείξει ότι σε μια φυσιολογική εγκυμοσύνη το ανοσοποιητικό σύστημα της γυναίκας λειτουργεί με «ειδικό καθεστώς» προκειμένου να προστατέψει το έμβρυο και να επιτρέψει την ανάπτυξή του. Αν αυτός ο μηχανισμός δε λειτουργήσει, τότε το έμβρυο μπορεί να μην καταφέρει να εμφυτευθεί ή μπορεί να προκύψει αποβολή ή επιπλοκές κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης για τη μητέρα ή το έμβρυο. Σήμερα ακόμα δεν υπάρχει θεραπεία, αλλά προτείνονται διάφορα θεραπευτικά σχήματα (ανοσοθεραπεία) από ερευνητικά κέντρα του εξωτερικού (κυρίως στις Η.Π.Α.) με σκοπό να επαναφέρουν τη «σωστή» λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος της μητέρας ώστε να αυξηθούν οι πιθανότητες για μια φυσιολογική εγκυμοσύνη.

Κατά τη διάρκεια μιας φυσιολογικής εγκυμοσύνης, το έμβρυο που φέρει τα γονίδια του πατέρα (τα οποία το ανοσοποιητικό σύστημα της μητέρας τα αναγνωρίζει ως «ξένα») επιβιώνει και συνεχίζει να αναπτύσσεται μέσα στη μήτρα γιατί το ανοσοποιητικό σύστημα της μητέρας λειτουργεί με «ειδικό καθεστώς» όσον αφορά τη μήτρα και το έμβρυο. Για αυτό το λόγο το έμβρυο δεν απορρίπτεται σαν ξένο σώμα (όπως π.χ. γίνεται με τα μεταμοσχευμένα νεφρά). Αυτό συμβαίνει γιατί το γονιμοποιημένο ωάριο ενεργοποιεί μια προστατευτική αντίδραση από το ανοσοποιητικό σύστημα της μητέρας και τότε επιτρέπεται η εμφύτευση του εμβρύου και η ανάπτυξή του.Σε ζευγάρια που μοιάζουν πολύ ως προς το γενετικό τους υλικό, αυτή η αντίδραση του ανοσοποιητικού της μητέρας δεν ενεργοποιείται και το έμβρυο απορρίπτεται (αποβάλλεται).

 

Η θεραπεία που επίσης είχε χρησιμοποιηθεί κατά κόρον πριν μερικά χρόνια ήταν τα λεγόμενα «αντι-πατρικά εμβόλια», τα οποία όμως είναι μια θεραπευτική προσέγγιση που έχει δημιουργήσει πολλές ερωτήσεις, αντιρρήσεις και αμφισβητήσεις. Θεωρητικά, η έκθεση της μητέρας στο ξένο γενετικό υλικό (του πατέρα) ενεργοποιεί το ανοσοποιητικό της σύστημα ώστε να προστατεύει το έμβρυο, όταν αυτή μείνει έγκυος. Αυτό μπορεί να γίνει με την απομόνωση κυττάρων του αίματος από τον πατέρα και την τοποθέτησή τους στη μητέρα με εμβόλιο.Ενώ η θεωρία της θεραπείας με τα αντι-πατρικά εμβόλια φαίνεται να έχει επιστημονική βάση, χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον στις ΗΠΑ χωρίς να αποδειχθεί ότι προσφέρει ουσιαστικό όφελος. Αυτό οδήγησε πριν από λίγα χρόνια το FDA (Food and Drug Administration, δηλαδή τον αντίστοιχο ΕΟΦ στις ΗΠΑ) να καταργήσει δια νόμου τέτοιες θεραπείες. Τώρα πλέον η χορήγηση αντι-πατρικών εμβολίων περιορίζεται για ερευνητικούς σκοπούς σχετικά με τη θεραπεία των πολλαπλών αποβολών.

 

Αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα

Τα φωσφολιπίδια είναι απαραίτητα για την εμφύτευση του εμβρύου και την ανάπτυξη του πλακούντα. Εάν δεχθούν επίθεση από αντισώματα (αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα, antiphospholipid antibodies, APA) τότε επηρεάζεται αρνητικά η εμφύτευση και η ανάπτυξη του εμβρύου. Ο μηχανισμός μέσω του οποίου τα ΑΡΑ προκαλούν προβλήματα στην εγκυμοσύνη είναι η δημιουργία θρόμβων και η απόφραξη αγγείων έτσι ώστε εμποδίζεται η ομαλή κυκλοφορία αίματος προς το έμβρυο.

Τα κυριότερα αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα που έχει αποδειχθεί ότι παίζουν ρόλο στις πολλαπλές αποβολές είναι τα αντισώματα καρδιολιπίνης (anti-cardiolipin, IgG και IgM). Το αντιπηκτικό λύκου (lupus anticoagulant) είναι επίσης σημαντικό, γιατί έχει παρόμοιο μηχανισμό δράσης (δημιουργία θρόμβων) με τα ΑΡΑ. Η παρουσία των ΑΡΑ μπορεί να ανιχνευθεί με μια εξέταση αίματος. Επειδή οι εξετάσεις αυτές είναι πολύ ευαίσθητες, καλό είναι να επαναλαμβάνονται αν βρεθούν θετικές.

Αντιπυρηνικά αντισώματα.Σε κάποιες γυναίκες αναπτύσσονται αντισώματα έναντι στο γενετικό υλικό (DNA) του εμβρύου, τα οποία ονομάζονται αντιπυρηνικά αντισώματα (antinuclear antibodies, ANA). Η θεραπεία είναι η χορήγηση στεροειδούς και αντιπηκτικής αγωγής.

 

Αυξημένα ΝΚ κύτταρα (Natural Killer cells).Τα ΝΚ κύτταρα είναι κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος που, μεταξύ άλλων, προστατεύουν το σώμα από την ανάπτυξη καρκινικών κυττάρων με την παραγωγή του παράγοντα νέκρωσης όγκων (Tumor Necrosis Factor, TNF). Τα κύτταρα ΝΚ βοηθούν τον οργανισμό να καταπολεμήσει τις λοιμώξεις.Τα κύτταρα αυτά έχουν ενοχοποιηθεί ως υπεύθυνα για την επίθεση στο αναπτυσσόμενο έμβρυο με αποτέλεσμα την αποβολή. Έχει βρεθεί ότι στο 12% των γυναικών με 3 ή περισσότερες αποβολές και στο 35% των γυναικών με 3 ή περισσότερες αποτυχημένες προσπάθειες εξωσωματικής γονιμοποίησης ο αριθμός των ΝΚ κυττάρων είναι αυξημένος. Σε αυτές τις γυναίκες παράγεται αυξημένη ποσότητα TNF, ο οποίος επιτίθεται στο έμβρυο και εμποδίζει την εμφύτευση.Πολλοί γιατροί προτείνουν εξετάσεις για τη μέτρηση των επιπέδων των κυττάρων ΝΚ στο αίμα. Σε περίπτωση που ο αριθμός των ΝΚ κυττάρων είναι αυξημένος, τότε προτείνονται θεραπείες προκειμένου να κατασταλεί η λειτουργία των ΝΚ κυττάρων. Χορηγούνται  στεροειδή ή ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους ή ενδοφλέβια ανοσοσφαιρίνη ή αντι-TNF παράγοντες (Humira).

Ενδείξεις για ανοσολογικό έλεγχο

• Γυναίκες άνω των 35 ετών με 2 αποβολές ή 2 αποτυχημένες προσπάθειες εξωσωματικής γονιμοποίησης

• Γυναίκες κάτω των 35 ετών με 3 αποβολές ή 3 αποτυχημένες προσπάθειες εξωσωματικής γονιμοποίησης

• Χαμηλή απόκριση ωοθηκών μετά από διέγερση (λιγότερα από 6 ωάρια)

• Ανεξήγητη υπογονιμότητα για 3 χρόνια

• Άλλα προβλήματα του ανοσοποιητικού (ρευματοειδής αρθρίτιδα, ερυθηματώδης λύκος)

• Γυναίκες με προηγούμενη φυσιολογική εγκυμοσύνη και αποβολές κατά την προσπάθεια για δεύτερο παιδί

 

    Ανοσολογικές εξετάσεις

 

Ανοσοφαινότυπος

Με αυτή την εξέταση ελέγχεται η παρουσία ΝΚ κυττάρων και ο αριθμός τους.

Αντιπυρηνικά αντισώματα

Αυτή η εξέταση γίνεται ελαφρώς θετική σε γυναίκες με υπογονιμότητα και πολλαπλές αποβολές.

Αντι-DNA αντισώματα

Ελέγχεται η ύπαρξη αντι-DNA αντισωμάτων.

Αντι-φωσφολιπιδικά αντισώματα

Ελέγχεται η ύπαρξη ΑΡΑ αντισωμάτων.

Άλλες εξετάσεις: χρόνος προθρομβίνης (για την πήξη του αίματος), αντιπηκτικό λύκου, αντιθυρεοειδικά αντισώματα.

 

Αν είχατε 2 ή παραπάνω αποβολές, τότε συνήθως ακολουθούν εξετάσεις προκειμένου να διαπιστωθεί για ποιο λόγο προκύπτουν αυτές οι αποβολές. Οι συνήθεις εξετάσεις είναι οι εξής:

• Υστεροσαλπιγγογραφία ή υστεροσκόπηση για να διαπιστωθεί αν υπάρχουν                        ανωμαλίες στη μήτρα,

• Εξετάσεις αίματος για την μέτρηση των επιπέδων κάποιων ορμονών π.χ.                             προγεστερόνη,

• Εξέταση αίματος για τα αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα και άλλους παράγοντες                 του ανοσοποιητικού

συστήματος,

• Εξετάσεις αίματος για θρομβοφιλίες,

• Εξετάσεις αίματος για σεξουαλικά μεταδιδόμενη νοσήματα,

• Εξέταση καρυότυπου για τη γυναίκα και τον άντρα, προκειμένου να διαπιστωθεί αν             υπάρχουν γενετικές ανωμαλίες.

Μερικές φορές είναι δυνατό να θεραπευτεί αυτό που προκάλεσε την αποβολή, π.χ. αφαίρεση διαφράγματος της μήτρας με υστεροσκοπική χειρουργική ή ρύθμιση της ορμονικής διαταραχής σε γυναίκες με Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών.

Οι εξετάσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω έχουν ως στόχο να αποκαλύψουν την αιτία των πολλαπλών αποβολών, παρόλα αυτά σε ένα μεγάλο ποσοστό ζευγαριών δε διαπιστώνεται κάποιο συγκεκριμένο πρόβλημα.Αν η αιτία των πολλαπλών αποβολών εντοπισθεί, τότε είναι εύκολο να προχωρήσει κανείς στην αντιμετώπισή της: υπάρχουν αποτελεσματικές θεραπείες για συγκεκριμένα ενδοκρινολογικά προβλήματα ή ανωμαλίες της μήτρας.Ακόμα όμως κι όταν δεν εντοπίζεται το πρόβλημα και όλα φαίνονται καλά (οι εξετάσεις δείχνουν ότι δεν υπάρχει κάποια προφανής αιτία για τις πολλαπλές αποβολές), τότε τα καλά νέα είναι πως το πρόβλημα των αποβολών πολύ συχνά λύνεται αυτόματα, από μόνο του.  Σε αυτή την περίπτωση η πιθανότητα επίτευξης υγιούς εγκυμοσύνης είναι πάνω από 60%

 

Οι επαναλαμβανόμενες αποβολές και η αποτυχία εμφύτευσης μετά τη μεταφορά εμβρύων καλής ποιότητας στην εξωσωματική γονιμοποίηση είναι οι δυο μεγαλύτερες προκλήσεις στην αναπαραγωγική ιατρική. Την τελευταία δεκαετία έχουν γίνει σημαντικές προσπάθειες προκειμένου να εξακριβωθούν πιθανά ανοσολογικά αίτια μέσω της αναπαραγωγικής ανοσολογίας.Μολονότι το ανοσοποιητικό σας σύστημα έχει σχεδιαστεί για να καταπολεμά τις μολύνσεις και να καταστρέφει τα ξένα σώματα προλαμβάνοντας τις ασθένειες, είναι εξίσου σαφές ότι μπορεί να βοηθήσει ή να αποτρέψει μια φυσιολογική εγκυμοσύνη. Το είδος ανοσοποιητικών κυττάρων για τα οποία έχει γίνει πιο εκτεταμένη έρευνα είναι ένας τύπος  λεμφοκυττάρων (λευκών αιμοσφαιρίων) που ονομάζονται «φυσικά κυτταροκτόνα κύτταρα». Αυτά πρωτοστατούν στο  μηχανισμό  που διαθέτει το σώμα μας για να καταπολεμά τις μολύνσεις και τα τυχόν καρκινικά κύτταρα,  και είναι τα πιο πολυάριθμα κύτταρα στην εσωτερική κοιλότητα της μήτρας μετά την ωορρηξία.

 

Η αποτυχία της εμφύτευσης, όπως και οι συνεχόμενες αποβολές, δεν οφείλονται σε ένα μόνο πρόβλημα, επομένως είναι μάλλον απίθανο να βρεθεί μία και μοναδική λύση. Αυτό το ζήτημα παραμένει αμφιλεγόμενο και εξετάσεις τέτοιου τύπου δεν συνιστώνται ως εξετάσεις ρουτίνας. Οι εξετάσεις για τα κύτταρα ΝΚ (φυσικά κυτταροκτόνα) δεν προτείνονται σε όλους όσους ξεκινούν την εξωσωματική θεραπεία, καθώς στην πλειονότητα των περιπτώσεων είναι οι γενετικές ανωμαλίες του εμβρύου που προκαλούν την αδυναμία εμφύτευσης. Ωστόσο, νέες εξελίξεις στις εξετάσεις και θεραπείες στον τομέα της  αναπαραγωγικής ανοσολογίας μπορούν τουλάχιστον να μας βοηθήσουν να αποκλείσουμε μια από τις μεταβλητές που προξενούν τέτοια συναισθηματική φόρτιση στα εν λόγω ζευγάρια.

 

Η προοπτική της εξέτασης για τα κύτταρα ΝΚ μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης με ασθενείς που έχουν ιστορικό επαναλαμβανόμενων αποτυχημένων προσπαθειών εξωσωματικής γονιμοποίησης και/ή απώλειες πρώιμης εγκυμοσύνης. Επιπλέον αφορά ασθενείς με ιστορικό ενδομητρίωσης και με προηγούμενους αποτυχημένους κύκλους εξωσωματικής γονιμοποίησης, καθώς και εκείνους με ιστορικό γνωστών αυτοάνοσων παθήσεων (όπως ο  Λύκος, η Ρευματοειδής Αρθρίτιδα, η νόσος του Κρον, η ελκώδης κολίτιδα, το σύνδρομο χρόνιας κοπώσεως κτλ)

 

Οι γυναίκες μπορεί να διαθέτουν σημαντικό αριθμό κυττάρων ΝΚ αλλά εάν αυτά δεν ενεργοποιηθούν, πιστεύεται ότι είναι μάλλον απίθανο να επηρεάσουν αρνητικά τη διαδικασία της αναπαραγωγής. Το ιατρείο μας μετράμε τα επίπεδα «ενεργών» κυττάρων ΝΚ που φέρουν το δείκτη ενεργοποίησης CD-69 και, εάν αυξηθούν,  έχουν αποδεδειγμένα  αρνητική επίπτωση στην έκβαση της εγκυμοσύνης.

 

 

Αντισώματα θυροειδούς

 

Κάποιες γυναίκες παράγουν ένα αντίσωμα (αντίσωμα κατά της θυρεοειδικής υπεροξειδάσης ή TPOab), το οποίο μπορεί να επηρεάσει την παραγωγή ορμονών από το θυρεοειδή αδένα. Οι έρευνες δείχνουν ότι ασθενείς με υψηλά επίπεδα TPOab ή προβληματική λειτουργία του θυρεοειδούς διατρέχουν πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο να αποβάλουν.

Επαναλαμβανόμενες αποτυχίες εμφύτευσης-Επαναλαμβανόμενη απώλεια κύησης

Στην πλειονότητα τω περιπτώσεων, όταν ένας κύκλος εξωσωματικής αποτυγχάνει ή κάποια γυναίκα αποβάλλει, η αιτία συνδέεται με το έμβρυο.Ωστόσο εάν κάποιο ζευγάρι κάνει επαναλαμβανόμενες αποτυχημένες προσπάθειες με έμβρυα καλής ποιότητας (επαναλαμβανόμενες επιτυχίες εμφύτευσης-RIF) ή η γυναίκα έχει αποβάλει κατ’ επανάληψη, θα πρέπει να διερευνηθούν περισσότερο τα αίτια προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί η σωματική και ψυχική καταπόνηση του ζευγαριού .Σε ζευγάρια με επαναλαμβανόμενες αποτυχίες εμφύτευσης ο ακριβής χρόνος κατά τον οποίο θα πρέπει να πραγματοποιηθούν αυτές οι εξετάσεις θα εξαρτηθεί από διάφορους παράγοντες όπως η ηλικία, η ποιότητα του εμβρύου και ο αριθμός των αποτυχημένων κύκλων.

 

Μολονότι κάποιοι υποστηρίζουν ότι στην περίπτωση συνεχών αποβολών  εξετάσεις είναι απαραίτητες μόνο εφόσον έχουν προηγηθεί τρεις τουλάχιστον αποβολές, οι μελέτες δείχνουν ότι ο ίδιος αριθμός θεραπεύσιμων αιτίων μπορεί να διαγνωστεί και όταν το ζευγάρι περνά από έλεγχο μετά από δύο. Επομένως, λαμβάνοντας ξανά υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, ενδέχεται να σας συστήσουμε να κάνετε εξετάσεις σε εκείνο το χρονικό σημείο.

 

Μια πιο λεπτομερής αξιολόγηση του ενδομητρίου/της μήτρας ίσως να είναι ενδεδειγμένη.  Ανάλογα με το κλινικό ιστορικό της ασθενούς αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί με διάφορους τρόπους:

 

α) Υστεροσαλπιγγογραφία:

Μια ειδική ακτινοσκιερή ουσία (σκιαστικό)  διοχετεύεται στη μήτρα προκειμένου να αποκλειστεί τυχόν δομική ανωμαλία της μήτρας ή η συγκέντρωση υγρού στις σάλπιγγες (υδροσάλπιγγα), που μπορεί να έχουν αντίκτυπο στην έκβαση της εγκυμοσύνης.

β) 3D Υπέρηχος: Ώστε να αποκλειστεί η πιθανότητα κάποιας δομικής ανωμαλίας με τη βοήθεια υψηλής ευκρίνειας  3D τομογραφίας.

γ) Υστεροσκόπηση: Παρέχει πιο άμεση οπτική απεικόνιση της μητρικής εσωτερικής κοιλότητας με τη βοήθεια ενός μικρού τηλεσκοπίου  που τοποθετείται μέσα στη μήτρα συχνά υπό γενική αναισθησία

 Έλεγχος δεκτικότητας του ενδομητρίου.Πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει ότι η αξιολόγηση ορισμένων γονιδίων μέσα στο ενδομήτριο μπορεί να βοηθεήσει στον σωστό προγραμματισμό της μεταφοράς του εμβρύου.

Επιστροφή