Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.grr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr
Ομοιοπαθητική Θεσσαλονίκη | omoiotherapeia.gr

ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ-ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ

Παθήσεις και Ομοιοπαθητική

Ποιά είναι η Λογική της Θεραπείας των Χρόνιων Παθήσεων

και πως η κλινικά προσανατολισμένη Ομοιοπαθητική-Ολιστική Ιατρική

ακολουθεί και εφαρμόζει αυτη την Κλασσική  Ιατρική Αντίληψη:

 

Η προσέγγιση της Ομοιοπαθητικής είναι πάντοτε Πληροφορική,δηλαδη το ομοιοπαθητικό φάρμακο δίνει πληροφορία, γνωστικό υλικό που διδάσκει ,στον Αμυντικό Μηχανισμο,ο οποιος είναι το Εργαλείο του Σώματος με το οποίο συντελουνται όλοι οι Ομοιοστατικοι, ουσιαστικά οι Αυτοθεραπευτικοί Μηχανισμοί.Ο άμεσος στόχος των Αυτοθεραπευτικών Μηχανισμών είναι η αποκατάσταση της Φυσικής Ενεργειακής Οικονομίας σε μια περιοχή του σώματος ή και σε ολόκληρο τον Οργανισμό.

Η αποκατασταση της Φυσικής Ενεργειακής Οικονομίας σε μιά περιοχή ή όργανο του σώματος σημαίνει αποκατάσταση της φυσιολογικής λειτουργίας και της φυσιολογικής δομής,δηλαδη επάνοδο στην Υγεία,στο Restitutio at Integrum,που είναι το κύριο ζητούμενο της Κλασσικής Παθολογίας.

περισσότερα more

Προβλήματα Υγείας

Η   Ομοιοπαθητικη  μπορεί  να βοηθήσει σημαντικά σε προβληματα Υγείας Γυναικών- Ανδρων- Παιδιων και Ηλικιωμενων

στις Γυναικες:

Διαταραχες περιοδου, Χρ Κολπιτιδες/ τραχηλιτιδες, ουρολοιμωξεις, πολυκυστικες ή ανεπαρκεις ωοθήκες,  Υπογονιμότητα

 

στους Ανδρες Xρονια προστατιτιδα, Ουρολοιμωξεις,

προβληματα στυσης και εκσπερματισης,Υπογονιμότητα

 

 

 

στα Παιδια  Αναπτυξιολογικές και Παιδονευρολογικες διαταραχες

   Βρογχικο άσθμα και Αλλεργικές Παθήσεις

 

 

           στους Ηλικιωμενους

  Kινητικές και Νοητικές Δυσλειτουργίες, προβλήματα Κυκλοφορικά-Αγγειακά.

περισσότερα more


Ιπποκρατική Ιατρική, Ομοιοπαθητική, Σύγχρονη Ιατρική
Παθήσεις /

ΑΥΤΟΑΝΟΣΕΣ ΠΑΘΗΣΕΙΣ-ΑΥΤΟΑΝΟΣΗ ΗΠΑΤΙΤΙΔΑ-ΘΥΡΕΟΕΙΔΙΤΙΔΑ-ΡΕΥΜΑΤΟΕΙΔΗΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

Κέντρο Ομοιοπαθητικής-Ολιστικής Ιατρικής Θεσσαλονίκης

OMOIOΠΑΘΗΤΙΚΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΥΓΕΙΑΣ

Δρ Τάσος Βαρθολομαίος,ΜD,PhD,MFHom,MHMA

Iατρος- Ομοιοπαθητικός

Η  Κλινική Ομοιοπαθητική, όπως εφαρμόζεται στην «Ομοιοπαθητική Φροντίδα Υγείας», έχει τις  δυνατότητες να επηρεάσει  θετικά και ουσιαστικά τους παθογενετικούς μηχανισμούς και τα αίτια κάθε μιας περίπτωσης  Αυτοάνοσης  Πάθησης

ΩΣ ΙΑΤΡΟΣ ΙΣΤΟΠΑΘΟΛΟΓΟΣ (ΠΑΘΟΛΟΓΟΑΝΑΤΟΜΟΣ),

ο Δρ Τάσος Βαρθολομαίος μπορεί επιπλέον να σας δώσει τη Συμβουλή του πάνω στις ΙΣΤΟΛΟΓΙΚΕΣ (ΠΑΘΟΛΟΓΟΑΝΑΤΟΜΙΚΕΣ) ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ που εχουν γίνει ,

σε συνδυασμό με το Κλινικό Ιατρικό και το Ομοιοπαθητικό Ιστορικό σας και τις λοιπους Κλινικο-Εργαστηριακούς Ελέγχους που έχετε κάνει

 

 

Ως αυτοάνοσες ασθένειες (autoimmune diseases) ορίζονται εκείνες οι ασθένειες που προκαλούνται από υπερβολική και λανθασμένη απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος έναντι στον ίδιο τον οργανισμό. Το ανοσοποιητικό σύστημα έχει εξελιχθεί έτσι ώστε να μας προστατεύει απέναντι σε οποιοδήποτε ξένο σώμα/μόριο που μπορεί να εισβάλλει στον οργανισμό μας (π.χ. ένας ιός) και ταυτόχρονα να μην δραστηριοποιείται εναντίον μας - να μην καταστρέφει τα π.χ. νευρικά μας κύτταρα. Στην περίπτωση που παρουσιαστεί μια βλάβη ή δυσλειτουργία και το ανοσοποητικό σύστημα εκλάβει ένα μόριο του σώματος σαν ξένο, τότε θα επιχειρήσει να το εξουδετερώσει ή να το καταστρέψει (επιτελώντας απλά και μόνο τον εξελικτικό του ρόλο) προκαλώντας μικρή η μεγάλη βλάβη. Επομένως, οι αυτοάνοσες ασθένειες φαίνονται ότι είναι η ακριβώς αντίθετη περίπτωση της ανοσολογικής ανεπάρκειας, η οποία προκαλείται από υπολειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.Οι αυτοάνοσες ασθένειες απαντώνται συχνά στην βιβλιογραφία και με τους όρους φλεγμονώδεις παθήσεις (inflammatory diseases), ρευματικές παθήσεις (rheumatic diseases) και αντιδράσεις υπερευαισθησίας (hypersensitivity reaction).

 

Φυσιολογικά το ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να διακρίνει μεταξύ του «εαυτού» και του «ξένου» και επιτίθεται μόνο εναντίον των ιστών που αναγνωρίζει σαν «ξένους». Αυτή είναι συνήθως η επιθυμητή αντίδραση, αλλά όχι πάντα.  Όταν κάποιος παίρνει ένα μόσχευμα, όταν δηλαδή υποβάλλεται σε μεταμόσχευση, το ανοσιακό σύστημα θα αναγνωρίσει το νέο όργανο σαν «ξένο» και θα του επιτεθεί με μια διαδικασία που ονομάζεται απόρριψη. Για την πρόληψη της απόρριψης, ο μεταμοσχευμένος ασθενής  παίρνει φάρμακα, που μειώνουν τη δραστικότητα του ανοσοποιητικού  συστήματος (ανοσοκατασταλτικά) για το υπόλοιπο της ζωής του.

 

Τα αυτοάνοσα νοσήματα είναι νοσήματα που προκαλούνται στον οργανισμό  από μια ακατάλληλη ανοσιακή απάντηση εναντίον των ίδιων των δικών του ιστών. Μερικές φορές το ανοσοποιητικό σύστημα θα σταματήσει να αναγνωρίζει ένα ή περισσότερα από τα φυσιολογικά συστατικά του οργανισμού σαν «εαυτό» και θα δημιουργήσει αυτοαντισώματα – αντισώματα που επιτίθενται στα δικά του κύτταρα, ιστούς και/ή όργανα. Αυτό προκαλεί φλεγμονή και καταστροφή και οδηγεί σε αυτοάνοσες διαταραχές.

 

Η αιτία των αυτοάνοσων νοσημάτων είναι άγνωστη, αλλά φαίνεται να υπάρχει μια κληρονομούμενη προδιάθεση για ανάπτυξη αυτοάνοσου νοσήματος σε πολλές περιπτώσεις. Σε μερικά είδη αυτοανόσων νοσημάτων (όπως ο ρευματικός πυρετός), ένα βακτηρίδιο ή ιός διεγείρει μια ανοσιακή απάντηση και τα αντισώματα ή τα Τ κύτταρα επιτίθενται στα φυσιολογικά κύτταρα, διότι κάποιο τμήμα της δομής τους μοιάζει με τμήμα της δομής του λοιμογόνου μικροοργανισμού.

Οι αυτοάνοσες διαταραχές κατατάσσονται σε δύο είδη: αυτά που καταστρέφουν πολλά όργανα (συστηματικά αυτοάνοσα νοσήματα) και αυτά που μόνο ένα όργανο ή ιστός καταστρέφεται άμεσα από την αυτοάνοση διεργασία (οργανοειδικά). Όμως οι διακρίσεις γίνονται ασαφείς καθώς η επίδραση των οργανοειδικών αυτοανόσων νοσημάτων επεκτείνεται συχνά πέραν των ιστών – στόχων, επηρεάζοντας έμμεσα άλλα όργανα και συστήματα. Μερικοί από τους συνηθέστερους τύπους αυτοάνοσων διαταραχών περιλαμβάνουν:

Ρευματοειδής αρθρίτιδα (ΡΑ) και νεανική ΡΑ (ΝΡΑ) (αρθρώσεις, πιο σπάνια πνεύμονας, δέρμα)      

Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 1 (νησίδια παγκρέατος)

Λύκος (συστηματικός ερυθηματώδης) (δέρμα,αρθρώσεις, νεφροί, καρδιά, εγκέφαλος, ερυθροκύτταρα, άλλα)         

Θυρεοειδίτιδα Hashimoto, νόσος Graves (θυρεοειδής)

Σκληρόδερμα (δέρμα, έντερα, πιο σπάνια πνεύμονας)   

Κοιλιοκάκη, νόσος Crohn, Ελκώδης κολίτις (γαστρεντερικός σωλήνας)

Σύνδρομο Sjogren (σιελογόνοι αδένες, δακρυϊκοί αδένες, αρθρώσεις)      

Πολλαπλή (κατά πλάκας) σκλήρυνση

Σύνδρομο Goodpasture (πνεύμονες, νεφροί)

Νόσος Addison (επινεφρίδια)

Κοκκιωμάτωση Wegener (αιμοφόρα αγγεία, κόλποι, πνεύμονες, νεφροί) 

Πρωτοπαθής χολική κίρρωση, σκληρωτική χολαγγειίτιδα, αυτοάνοση ηπατίτιδα (ήπαρ)

Ρευματική πολυμυαλγία (μεγάλες μυϊκές ομάδες)   

Κροταφική αρτηρίτιδα /αρτηρίτιδα γιγαντιαίων κυττάρων (αρτηρία κεφαλής και τραχήλου)

Σύνδρομο Guillain-Barre (νευρικό σύστημα)  

Σε ορισμένες περιπτώσεις ένα άτομο μπορεί να έχει περισσότερα του ενός αυτοάνοσα νοσήματα: π.χ. άτομα με νόσο του Addison έχουν συχνά διαβήτη τύπου 1, ενώ άτομα με σκληρωτική χολαγγειίτιδα συχνά έχουν ελκώδη κολίτιδα.Σε μερικές περιπτώσεις, τα αντισώματα μπορεί να μη κατευθύνονται κατά συγκεκριμένου ιστού ή οργάνου, π.χ. τα αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα  μπορεί να αντιδράσουν με πρωτεΐνες της πήξης στο αίμα, οδηγώντας στο σχηματισμό θρόμβων μέσα στα αιμοφόρα αγγεία (θρόμβωση).

Τα αυτοάνοσα νοσήματα διαγιγνώσκονται, εκτιμώνται, και παρακολουθούνται μέσω συνδυασμού εξετάσεων αίματος για αυτοαντισώματα, εξετάσεων αίματος για μέτρηση της φλεγμονής και λειτουργίας των οργάνων,της  κλινικής έκφρασης και άλλων εργαστηριακών εξετάσεων όπως οι ακτινογραφίες. Πολλά άτομα μπορεί να έχουν εξάρσεις και προσωρινές υφέσεις των συμπτωμάτων, ενώ άλλα άτομα έχουν χρόνια συμπτώματα ή προοδευτική επιδείνωση.

Στα αυτοάνοσα νοσήματα, ενώ τα αντισώματα του οργανισμού έχουν φυσιολογικά σκοπό να επιτίθενται σε εξωτερικούς μολυσματικούς παράγοντες, επιτίθενται στον ίδιο τον οργανισμό και στα όργανά του, μην ξεχωρίζοντάς τον από τους εξωτερικούς εισβολείς. Είναι νοσήματα χρόνια, τα οποία μπορεί να έχουν ποικίλη έκφραση και σοβαρότητα. Ορισμένες φορές, εμφανίζονται συνδυαστικά πολλά μεταξύ τους, και γι’αυτό προτείνεται ο εκτενής έλεγχός τους με αναλύσεις σε πολλά επίπεδα.Τα αυτοαντισώματα παρουσιάζονται συνήθως σε άτομα με επιβαρυμένο οικογενειακό ιστορικό, μετά από ίωση ή μετά από μακροχρόνια επαφή με τοξικές χημικές ουσίες, ή παρατεταμένο – έντονο στρες.Η εμφάνιση τους μπορεί να είναι οργανο – ειδική (π.χ. θυρεοειδής), αλλά μέχρι και συστηματική σε όλα τα όργανα.

 

Οι αναλύσεις που γίνονται για την ανίχνευση συστηματικών (που επιδρούν σε όλο το σώμα) αυτοάνοσων νοσημάτων πρέπει να επιλέγονται σταδιακά και είναι ,μεταξύ άλλων, :

Γενική αίματος, ΤΚΕ, CRP: με αυτές ελέγχουμε εάν υπάρχει ένδειξη φλεγμονώδους αντίδρασης που μπορεί να έχει προέλθει από συστηματικό αυτοάνοσο νόσημα, καθώς και την ισορροπία του αιμοδυναμικού συστήματος.

Στοιχεία του συμπληρώματος C3, C4: δείχνουν εάν υπάρχει μακροχρόνια ενεργοποίηση – εξάντληση του ανοσποιητικού συστήματος, που συμβαίνει κατά κύριο λόγο κατά την παρουσία αυτοάνοσων νοσημάτων.

Ουρικό οξύ, τρανσαμινάσες, CK, LDH: ελέγχονται για να διαπιστώσουμε εάν υπάρχει αυτοάνοσο νόσημα το οποίο μπορεί να έχει επιβλαβή δράση στο ήπαρ, τους μύς, το αιμοποιητικό.

Γενική ούρων: έχει σκοπό να διαπιστώσει εάν το αυτοάνοσο νόσημα έχει επίδραση στη νεφρική λειτοργία. Τυχόν ανίχνευση λευκώματος στην γενική ούρων εκτιμάται ως κρίσιμο στοιχείο για την υγεία των νεφρών.

Ρευματοειδής παράγων (RF) και αντικιτρουλινικά αντισώματα (anti-CCP): χρησιμοποιούνται για να ανιχνεύσουμε τη ρευματοειδή αρθρίτιδα και το σύνδρομο Sjögren’s.

Αντιπυρηνικά αντισώματα (ΑΝΑ): χρησιμοποιούνται για την ανίχνευση του συστηματικού ερυθυματώδη λύκου, της πολυμυοσίτιδας, κ.ά.

Αντισώματα έναντι κυτοπλάσματος ουδετεροφίλων (ANCA): χρησιμοποιούνται για τις Wegener’s granulomatosis (WG), microscopic polyangiitis (MPA), κ.ά.

Αντιριβονουκλεπρωτεϊνικά αντισώματα (anti-RNP), αντισώματα συνδρόμου Sjögren’s A&Β (anti-SSA (Ro), anti-SSB(La), αντισώματα smith (anti-Sm), αντισώματα σκληροδέρματος (Scl-70), αντισώματα anti-Jo1: σε περίπτωση που βρεθούν τα αντιπυρηνικά αντισώματα θετικά, τότε εκτελείται το ENA panel για τη διαφορική διάγνωση του νοσήματος.

Αντικαρδιολιπίνες (αCL IgG, αCL IgA, αCL IgM): η μέτρησή τους προτείνεται όταν παρουσιαστούν μία ή περισσότερες ανεξήγητες φλεβικές ή αρτηριακές θρομβώσεις ή όταν υπάρξουν επαναλαμβανόμενες αποβολές εγκυμοσύνης, ειδικά στο 2ο και 3ο τρίμηνο της εγκυμοσύνης.

Σε Οργανοειδικά αυτοάνοσα νοσήματα γίνονται εξειδικευμένες αναλύσεις για την ανίχνευση του αντίστοιχου νοσήματος,μεταξυ των οποίων οι πλέον χαρακτηριστικές είναι :

    Αντισώματα υπεροξειδάσης (anti-ΤPO), αντιθυρεοσφαιρινικά (anti-Tg), αντισώματα έναντι των υποδοχέων της TSH (TRAb): οι αναλύσεις τους προτείνονται σε περιπτώσεις ανίχνευσης αυτοάνοσων θυρεοειδίτιδων.

    Αντισώματα έναντι λείων μυικών ινών (ASMA): χρησιμοποιούνται για να διαχωρίσουμε τη χρόνια ενεργή αυτοάνοση ηπατίτιδα από άλλες ηπατικές νόσους.

    Αντιμιτοχονδριακά αντισώματα (ΑΜΑ): χρησιμοποιούνται για την ανίχνευση της πρωτογενούς κίρρωσης της χολής.

 

 

Οι αυτοάνοσες ρευματικές παθήσεις, που λέγονται και νοσήματα του συνδετικού ιστού, είναι όχι μόνο οι σοβαρότερες ρευματικές παθήσεις, αλλά μερικές από αυτές είναι από τις βαρύτερες παθήσεις του ανθρώπου. Πολλοί παράγοντες, όπως περιβαλλοντικοί, γενετικοί, ορμονικοί και ανοσολογικοί, εμπλέκονται στην αιτιοπαθογένεια των αυτοάνοσων ρευματικών παθήσεων, αλλά η ακριβής αιτιολογία τους δεν είναι γνωστή. Ωστόσο, είναι γνωστοί οι παθογενετικοί μηχανισμοί με τους οποίους αναπτύσσονται οι παθήσεις αυτές. Πρόκειται για παθολογικούς μηχανισμούς του ανοσοποιητικού συστήματος του ανθρώπου.

 Φυσιολογική αποστολή του ανοσοποιητικού συστήματος είναι να αναγνωρίζει και να ξεχωρίζει τα συστατικά του οργανισμού του ανθρώπου από τα ξένα και να προστατεύει τον οργανισμό από διάφορους βλαπτικούς περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως είναι π.χ. οι λοιμώδεις μικροοργανισμοί, αναπτύσσοντας ανοσιακές απαντήσεις κατά των παραγόντων αυτών με στόχο και τελικό αποτέλεσμα την εξουδετέρωσή τους. Στις αυτοάνοσες ρευματικές παθήσεις το ανοσοποιητικό σύστημα δεν αναγνωρίζει ως δικά του ορισμένα συστατικά του ίδιου του οργανισμού, που μπορεί να βρίσκονται μέσα ή έξω από τα κύτταρα ή πάνω στις κυτταρικές μεμβράνες. Αποτέλεσμα αυτής της μη αναγνώρισης είναι  η ανάπτυξη ανοσιακών απαντήσεων εναντίον αυτών των συστατικών, η πρόκληση βλαβών στα κύτταρα, στους ιστούς και στα όργανα που περιέχουν αυτά τα συστατικά και τελικά η ανάπτυξη των αυτοάνοσων ρευματικών παθήσεων.

 

Στις αυτοάνοσες ρευματικές παθήσεις περιλαμβάνονται:    Ρευματοειδής αρθρίτιδα,    Σύνδρομο Sjögren,    Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος,    Συστηματική σκλήρυνση,    Πολυμυοσίτιδα – Δερματομυοσίτιδα,    Ρευματική πολυμυαλγία,    Νεανική ιδιοπαθής αρθρίτιδα,    Σύνδρομο επικάλυψης νοσημάτων του συνδετικού ιστού,   Μεικτή νόσος του συνδετικού ιστού,    Μη διαφοροποιημένη νόσος του συνδετικού ιστού,    Νόσος του Still των ενηλίκων,    Αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο,    Αγγειίτιδες,    Κροταφική αρτηρίτιδα,   Αρτηρίτιδα Takayasu,   Οζώδης πολυαρτηρίτιδα,   Νόσος Kawasaki,   Αγγειίτιδες αγγείων μικρού μεγέθους (αρτηριδίων, τριχοειδών και     φλεβιδίων),    Κοκκιωμάτωση με πολυαγγειίτιδα (Κοκκιωμάτωση Wegener),    Ηωσινοφιλική κοκκιωμάτωση με πολυαγγειίτιδα (Σύνδρομο Churg-Strauss),   Μικροσκοπική πολυαγγειίτιδα,    Αγγειίτιδα IgA (Πορφύρα Henoch-Schönlein),  Κρυοσφαριναμική αγγειίτιδα,    Υποσυμπληρωματαιμική κνιδωτική αγγειίτιδα,    Δερματική λευκοκυτταρική αγγειίτιδα,    Νόσος Αδαμαντιάδη-Behcet,    Σύνδρομο Cogan

        Συστηματική σκλήρυνση ή Συστηματικό σκληρόδερμα

Η συστηματική σκλήρυνση ή συστηματικό σκληρόδερμα είναι μια γενικευμένη αυτοάνοση πάθηση, που χαρακτηρίζεται πρώτον από ίνωση στο δέρμα και σε ορισμένα εσωτερικά όργανα, όπως είναι ο γαστρεντερικός σωλήνας,  οι πνεύμονες, η καρδιά και  οι νεφροί και δεύτερον από αγγειοπάθεια μικρών αρτηριών, αρτηριδίων και τριχοειδών των ίδιων οργάνων. Η πάθηση προσβάλλει πιο συχνά τις γυναίκες της αναπαραγωγικής ηλικίας και η αναλογία γυναικών προς άνδρες είναι 4:1. Η συστηματική σκλήρυνση διακρίνεται σε δύο κύριες μορφές: το διάχυτο δερματικό συστηματικό σκληρόδερμα  και το περιορισμένο δερματικό συστηματικό σκληρόδερμα. Το διάχυτο δερματικό συστηματικό σκληρόδερμα χαρακτηρίζεται από πάχυνση και σκλήρυνση του δέρματος προσώπου, τραχήλου, κορμού, κοιλιάς και άνω και κάτω άκρων. Αντίθετα, το περιορισμένο δερματικό συστηματικό σκληρόδερμα χαρακτηρίζεται από πάχυνση και σκλήρυνση του δέρματος προσώπου και των άπω τμημάτων των άνω και κάτω άκρων, δηλ. των χεριών, αντιβραχίων, κνημών και ποδιών.

Το φαινόμενο Raynaud μπορεί να προηγείται για πολλά χρόνια, μερικές φορές μέχρι 10 ή και περισσότερο, των άλλων εκδηλώσεων της νόσου. Πρήξιμο των δακτύλων των χεριών ώστε να μοιάζουν με λουκάνικα (“αλλαντοειδής” διόγκωση) και φαινόμενο Raynaud είναι από τις πρώτες εκδηλώσεις της νόσου. Προσβολή του γαστρεντερικού σωλήνα και των πνευμόνων παρατηρείται σχεδόν στην ίδια συχνότητα και στις δύο μορφές σκληροδέρματος, ενώ προσβολή της καρδιάς και των νεφρών παρατηρείται στο διάχυτο δερματικό σκληρόδερμα και πολύ σπάνια στο περιορισμένο.

Δερματομυοσίτιδα - Πολυμυοσίτιδα

Η δερματομυοσίτιδα και η πολυμυοσίτιδα είναι αυτοάνοσες παθήσεις των γραμμωτών μυών και χαρακτηρίζονται από αμφοτερόπλευρη αδυναμία των μυών της περιοχής των ώμων και της πυέλου (λεκάνης) καθώς και από παρουσία ή όχι δερματικών εξανθημάτων, αντίστοιχα.Η κυρίαρχη κλινική εκδήλωση της δερματομυοσίτιδας και της πολυμυοσίτιδας είναι η αδυναμία των μυών, που οφείλεται σε φλεγμονή και παρατηρείται σε όλους τους ασθενείς. Η αδυναμία αυτή αφορά τους μυς της περιοχής των ώμων και της πυέλου (λεκάνης), αμφοτερόπλευρα, καθώς και τους μυς του τραχήλου.

Στη δερματομυοσίτιδα τα δερματικά εξανθήματα μπορεί να προηγούνται, να ακολουθούν ή να εμφανίζονται ταυτόχρονα με την προσβολή των μυών. Χαρακτηριστικά εξανθήματα είναι, πρώτον, το λεγόμενο ηλιοτροπικό εξάνθημα (ερυθροϊώδες χρώμα των βλεφάρων σε συνδυασμό με παρουσία οιδήματος) και, δεύτερον, ένα ερυθρολευκωπό εξάνθημα που σχηματίζει λέπια και εντοπίζεται στη ραχιαία επιφάνεια των μετακαρπιοφαλαγγικών και μεσοφαλαγγικών αρθρώσεων των δακτύλων των χεριών καθώς και στην εκτατική επιφάνεια άλλων αρθρώσεων, όπως π.χ. των αγκώνων 

Η μεικτή νόσος του συνδετικού ιστού χαρακτηρίζεται από εκδηλώσεις συστηματικού ερυθηματώδους λύκου, σκληροδέρματος και δερματομυοσίτιδας ή πολυμυοσίτιδας . Επίσης, χαρακτηριστική είναι η παρουσία στο αίμα των αντισωμάτων κατά μιας πρωτεΐνης που βρίσκεται στον πυρήνα των κυττάρων και λέγεται ριβινουκλεοπρωτεΐνη.

 Αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο

Το αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο είναι μια συστηματική αυτοάνοση πάθηση που χαρακτηρίζεται από:

• Αρτηριακές ή/και φλεβικές θρομβώσεις

• Διαδοχικές αποβολές πριν από τη 10η εβδομάδα της κύησης ή ανεξήγητο θάνατο εμβρύου μετά από την 10η εβδομάδα της κύησης ή πρόωρο τοκετό κατά ή πριν από την 34η εβδομάδα της κύησης

• Παρουσία αντικαρδιολιπινικών αντισωμάτων ή αντιπηκτικού του λύκου στο αίμα των ασθενών

Μερικοί ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν επιπλέον και άλλες εκδηλώσεις, όπως θρομβοκυτταροπενία, αιμολυτική αναιμία, κ.ά.

Το αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο είναι συχνότερο σε ενήλικες γυναίκες παρά σε άνδρες και διακρίνεται σε πρωτοπαθές, όταν εμφανίζεται σε άτομα που δεν έχουν άλλη αυτοάνοση πάθηση, και σε δευτεροπαθές, όταν αναπτύσσεται σε ασθενείς με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο ή άλλη αυτοάνοση πάθηση.

 Aγγειίτιδες

Οι αγγειίτιδες είναι μια ομάδα αυτοάνοσων παθήσεων, που έχουν ως κύριο και κοινό χαρακτηριστικό τη φλεγμονή στο τοίχωμα των αιμοφόρων αγγείων. Οι φλεγμονώδεις βλάβες οδηγούν στη στένωση ή και στην απόφραξη των αγγείων με αποτέλεσμα τη μειωμένη παροχή αίματος και έτσι την ανάπτυξη ισχαιμικών βλαβών στους ιστούς και στα όργανα, που αιματώνονται από τα αγγεία που έχουν προσβληθεί. Τόσο το μέγεθος των αγγείων όσο και τα όργανα που προσβάλλονται  είναι διαφορετικά μεταξύ των διαφόρων αγγειιτίδων και γι’ αυτό είναι διαφορετικές και οι  κλινικές τους εκδηλώσεις.

 Κροταφική αρτηρίτιδα

Η κροταφική αρτηρίτιδα προσβάλλει μεγάλου και μεσαίου μεγέθους αρτηρίες, αλλά κυρίως προσβάλλει τους κρανιακούς κλάδους των αρτηριών που εκφύονται από το αορτικό τόξο. Σχεδόν όλοι οι ασθενείς είναι ηλικίας άνω των 50 ετών και η νό